62 αποτελέσματα για «奉»
奉仕 ほうし N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπηρεσία, διακονία, φροντίδα, εκκλησιαστικό έργο
- 02 προσφορά αγαθών σε μειωμένη τιμή, παροχή δωρεάν υπηρεσίας
奉る たてまつる N1
ρήμα, άλλο
- 01 προσφέρω, παρουσιάζω
- 02 ανυψώνω κάποιον σε υψηλή θέση, τιμώ από απόσταση
- 03 πράττω με σεβασμό
奉公 ほうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπηρεσία ως εσωτερικός οικιακός βοηθός, μαθητεία με διαμονή
- 02 δημόσιο καθήκον, δημόσια υπηρεσία
奉行 ぶぎょう
ουσιαστικό
- 01 δικαστής, διοικητής του σογκουνάτου
奉納 ほうのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφιέρωση, προσφορά, παρουσίαση, θρησκευτική προσφορά
奉じる ほうじる
ρήμα
- 01 προσφέρω, αφιερώνω
- 02 υπακούω, ακολουθώ, πιστεύω σε, υπηρετώ
- 03 φέρω με υπερηφάνεια
奉行所 ぶぎょうしょ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο δικαστή ή διοικητή (μπουγκιοσό)
奉公人 ほうこうにん
ουσιαστικό
- 01 υπηρέτης, εργαζόμενος
奉仕活動 ほうしかつどう
ουσιαστικό
- 01 εθελοντική δραστηριότητα, εθελοντική υπηρεσία, προσφορά από αγάπη
奉ずる ほうずる
ρήμα
- 01 προσφέρω, αφιερώνω
- 02 υπακούω, ακολουθώ, πιστεύω σε, υπηρετώ
- 03 φέρνω με υπερηφάνεια
奉書 ほうしょ
ουσιαστικό
- 01 χειροποίητο ιαπωνικό χαρτί χόσο
- 02 αυτοκρατορικό μήνυμα, εντολή σογκούν
奉公先 ほうこうさき
ουσιαστικό
- 01 σπίτι του εργοδότη, εργοδότης, τόπος μαθητείας
奉職 ほうしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπηρετώ, κατέχω δημόσιο αξίωμα
奉仕者 ほうししゃ
ουσιαστικό
- 01 υπηρέτης (του λαού)
- 02 λειτουργός (της θρησκείας)
奉還 ほうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκατάσταση (εξουσίας, κ.λπ.) στον αυτοκράτορα
奉戴 ほうたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκλέγω ή επιλέγω (έναν ευγενή ή ανώτερο) ως αρχηγό ή πρόεδρο μιας εταιρείας ή οργάνωσης
奉書紙 ほうしょがみ
ουσιαστικό
- 01 χοσόγκαμι, παραδοσιακό λευκό, ατσαλάκωτο ιαπωνικό χαρτί κατασκευασμένο από υψηλής ποιότητας ξύλο μουριάς
奉迎 ほうげい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποδοχή, καλωσόρισμα
奉献 ほうけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφιέρωση, παρουσίαση, καθαγιασμός, προσφορά (σε ιερό)
奉呈 ほうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσίαση (σε κάποιον υψηλόβαθμο), υποβολή, προσφορά