70 αποτελέσματα για «如»

如何 どう

επίρρημα

  1. 01 πώς, με ποιον τρόπο, τι λες για
如何して どうして

επίρρημα, επιφώνημα

  1. 01 πώς, με ποιον τρόπο, με ποια μέσα
  2. 02 γιατί, για ποιον λόγο, για ποιον σκοπό, για ποιον σκοπό
  3. 03 με κανέναν τρόπο δεν γίνεται
  4. 04 αποκλείεται, με τίποτα
如何しても どうしても

άλλο, επίρρημα

  1. 01 οπωσδήποτε, πάση θυσία, ανεξάρτητα από το τι συμβεί, ούτως ή άλλως, ασφαλώς
  2. 02 είτε το θέλει κανείς είτε όχι, θέλοντας και μη
  3. 03 σε καμία περίπτωση, με κανέναν τρόπο
  4. 04 στο τέλος, μακροπρόθεσμα, τελικά, εν τέλει
如く ごとく

άλλο

  1. 01 όπως, σαν
如何にもならない どうにもならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 απελπιστικός, μάταιος, άχρηστος, ανεπίδεκτος βοήθειας, ανέφικτος
如き ごとき

άλλο

  1. 01 σαν, παρόμοιος με
  2. 02 κάτι σαν..., κάποιος σαν...
如何 いかが

επίρρημα, επίθετο

  1. 01 πώς, με ποιον τρόπο, τι λέτε για
  2. 02 αμφίβολος
如何に いかに

επίρρημα, επιφώνημα

  1. 01 πώς, με ποιον τρόπο
  2. 02 πόσο, σε ποιον βαθμό
  3. 03 οσοδήποτε, ανεξάρτητα από το πόσο
  4. 04 ε, εσύ
如何なる いかなる

άλλο

  1. 01 τι είδους, ποιος
  2. 02 οποιοσδήποτε, ανεξαρτήτως είδους
如実 にょじつ

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικότητα, όντως κατάσταση, αληθινή κατάσταση, πιστή αναπαράσταση, παραστατική απεικόνιση
  2. 02 απόλυτη πραγματικότητα, απόλυτη αλήθεια
ごと

άλλο

  1. 01 σαν..., όμοιος με...
  2. 02 είναι σαν..., είναι όμοιος με...
如何にも いかにも

επίρρημα, επιφώνημα

  1. 01 όντως, πράγματι, αληθώς, ακριβώς όπως
  2. 02 πολύ, εξαιρετικά, εντελώς, τρομερά
  3. 03 απολύτως, βεβαίως, σίγουρα
如し ごとし

άλλο

  1. 01 όμοιος με, σαν να, ο ίδιος με
如月 きさらぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
  2. 02 Φεβρουάριος
如何せん いかんせん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 δυστυχώς, προς λύπη μου
  2. 02 τι μπορεί να γίνει για αυτό, δεν επιδέχεται διόρθωση
如何 いかん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ο τρόπος, το είδος, η κατάσταση (αναλόγως)
  2. 02 ποιο είναι...;, πώς είναι...;, ποιο θα είναι...;
如才ない じょさいない

επίθετο

  1. 01 διπλωματικός, επιδέξιος, διορατικός, έξυπνος, ευφυής, ευγενικός
如何にして いかにして

άλλο

  1. 01 πώς, με ποιον τρόπο
如何なもの いかがなもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που κρίνεται ως αμφίβολο, κάτι στο οποίο εντοπίζεται κάποιο ψεγάδι ή σφάλμα
如来 にょらい

ουσιαστικό

  1. 01 ταθαγκάτα, τελειωμένος (επίθημα ανώτερων βουδιστικών θεοτήτων)