40 αποτελέσματα για «委»
委員 いいん N3
ουσιαστικό
- 01 μέλος επιτροπής
委員長 いいんちょう
ουσιαστικό
- 01 πρόεδρος (επιτροπής), πρόεδρος
委員会 いいんかい
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή, συμβούλιο, διοικητικό συμβούλιο, πάνελ, συνεδρίαση επιτροπής
委ねる ゆだねる
ρήμα
- 01 αναθέτω (ζήτημα) σε κάποιον, αφήνω στην κρίση κάποιου
- 02 παραδίνομαι σε (π.χ. ηδονή), ενδίδω σε (π.χ. θυμό), αφοσιώνομαι σε
委託 いたく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάθεση (κάτι σε ένα πρόσωπο), παρακαταθήκη (αγαθών), εμπιστοσύνη στη φροντίδα κάποιου, εντολή
委細 いさい
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 λεπτομέρειες, στοιχεία
- 02 τα πάντα, κάθε τελευταία λεπτομέρεια
委任 いにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάθεση, επιφόρτιση, εξουσιοδότηση
委譲 いじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταβίβαση (εξουσίας, δύναμης, κ.λπ.), ανάθεση, αποκέντρωση
委任状 いにんじょう
ουσιαστικό
- 01 πληρεξούσιο, εξουσιοδότηση, έγγραφο εντολής
委細承知 いさいしょうち
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης κατανόηση της κατάστασης, κατάλαβα, συμφωνώ
委託販売 いたくはんばい
ουσιαστικό
- 01 πώληση με παρακαταθήκη
委嘱 いしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάθεση, εμπιστοσύνη, αίτημα, διορισμός (σε θέση)
委任統治 いにんとうち
ουσιαστικό
- 01 εντολή, εντολοδοχή
委曲 いきょく
ουσιαστικό
- 01 λεπτομέρειες, περιστάσεις
委細面談 いさいめんだん
άλλο
- 01 λεπτομέρειες κατά την προσωπική συνάντηση
委棄 いき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραίτηση (από δικαίωμα), εκποίηση, αποποίηση
- 02 εγκατάλειψη, εγκαταλειπτική συμπεριφορά
委託生 いたくせい
ουσιαστικό
- 01 υπότροφος που αποστέλλεται από κυβερνητική υπηρεσία ή επιχείρηση
委蛇 いい
άλλο, επίρρημα
- 01 ελικοειδής, μαιανδρικός
委託者 いたくしゃ
ουσιαστικό
- 01 εντολέας, αποστολέας
委曲を尽くす いきょくをつくす
άλλο, ρήμα
- 01 εξηγώ ή περιγράφω μια κατάσταση ή ένα ζήτημα με κάθε λεπτομέρεια