44 αποτελέσματα για «導»

導く みちびく N1

ρήμα

  1. 01 οδηγώ, καθοδηγώ, δείχνω τον δρόμο, κατευθύνω
  2. 02 εξάγω, συμπεραίνω
導入 どうにゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή, εισαγωγή σε χρήση, εγκατάσταση, στήσιμο, εισαγωγή προϊόντων
  2. 02 εισαγωγή (σε ιστορία, διάλεξη, κ.λπ.), εισαγωγικό μέρος
導き出す みちびきだす

ρήμα

  1. 01 εξάγω (συμπέρασμα), συνάγω, παράγω
導き みちびき

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδήγηση
しるべ

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδήγηση, οδηγός
導火線 どうかせん

ουσιαστικό

  1. 01 φυτίλι
導師 どうし

ουσιαστικό

  1. 01 ιερέας τελετάρχης, ο ιερέας που προΐσταται μιας τελετής
  2. 02 θρησκευτικός δάσκαλος, ιερέας υψηλής ιεραρχίας
  3. 03 γκουρού, εκπαιδευτής (γιογκ, κλπ.)
導き手 みちびきて

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγός
導線 どうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώγιμο σύρμα, καλώδιο
  2. 02 γραμμή ροής (κίνησης ανθρώπων, αντικειμένων κ.λπ.)
導き入れる みちびきいれる

ρήμα

  1. 01 οδηγώ μέσα, εισάγω
  2. 02 παρασύρω, παρακινώ
導管 どうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγός, σωλήνας, δίοδος
  2. 02 αγγείο
導入部 どうにゅうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή
  2. 02 εισαγωγικό μέρος, εισαγωγή
導体 どうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγός (θερμότητας ή ηλεκτρισμού)
導出 どうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή, συναγωγή (συμπεράσματος)
導引 どういん

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδήγηση, δείξιμο του δρόμου
  2. 02 μάλαξη
  3. 03 ντάο γιν, ταοϊστικό εσωτερικό κουνγκ φου (Neigong), ταοϊστικές ασκήσεις
導電性 どうでんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγιμότητα
導電 どうでん

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρική αγωγιμότητα
導手 どうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγός (θεωρία κλάσεων πεδίων)
導通 どうつう

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγιμότητα, συνέχεια (ηλεκτρικού κυκλώματος)
導関数 どうかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 παράγωγος, παράγωγη συνάρτηση