42 αποτελέσματα για «屈»

屈辱 くつじょく

ουσιαστικό

  1. 01 ατιμία, ταπείνωση, ντροπή
屈する くっする

ρήμα

  1. 01 ενδίδω, υποχωρώ, πτοούμαι, δειλιώ
  2. 02 κάμπτω (γόνατο κ.λπ.)
  3. 03 υποτάσσω, καταβάλλω
  4. 04 αισθάνομαι απογοητευμένος
屈強 くっきょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύρωστος, μυώδης, δυνατός, στιβαρός
屈む かがむ

ρήμα

  1. 01 σκύβω, γέρνω προς τα εμπρός
  2. 02 χαμηλώνω το σώμα, κουλουριάζομαι, κάθομαι στα γόνατα
屈服 くっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποχώρηση, υποταγή, παράδοση, υποκύψη
屈託 くったく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανησυχία, έγνοια, προβληματισμός
  2. 02 πλήξη, ανία, μελαγχολία
屈託のない くったくのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανέμελος, απαλλαγμένος από έγνοιες
屈指 くっし

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος, πρωτοπόρος, εξέχων, διακεκριμένος, ένας από τους καλύτερους
屈辱的 くつじょくてき

επίθετο

  1. 01 ταπεινωτικός
屈折 くっせつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λύγισμα, κάμψη, στρίψιμο, στροφή, περιέλιξη
  2. 02 διαστρέβλωση (συναισθημάτων, λογικής κ.λπ.), παραμόρφωση, κάμψη
  3. 03 διάθλαση
  4. 04 κλίση
屈める かがめる

ρήμα

  1. 01 λυγίζω, σκύβω (π.χ. τα γόνατα κάποιου)
屈伸 くっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάμψη και έκταση
屈辱感 くつじょくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα ταπείνωσης
屈曲 くっきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καμπυλότητα, κάμψη, εσοχή, κλίση, σύσπαση
屈従 くつじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δουλοπρεπής υποταγή, υποχωρητικότητα
屈折率 くっせつりつ

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης διάθλασης
屈託ない くったくない

επίθετο

  1. 01 ανέμελος, απαλλαγμένος από έγνοιες
屈す くっす

ρήμα

  1. 01 υποχωρώ, ενδίδω, πτοούμαι, συρρικνώνομαι
  2. 02 λυγίζω (γόνατο κ.λπ.)
  3. 03 υποτάσσω, κατανικώ
  4. 04 αισθάνομαι απογοητευμένος
屈筋 くっきん

ουσιαστικό

  1. 01 καμπτήρας (μυς)
屈辱の日 くつじょくのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα ταπείνωσης (στην Οκινάουα, αναφέρεται στις 28 Απριλίου, μετά την ημέρα του 1952 κατά την οποία έληξε η κατοχή της ηπειρωτικής Ιαπωνίας από τις ΗΠΑ, όχι όμως και της Οκινάουα)