66 αποτελέσματα για «帯»
帯びる おびる N1
ρήμα
- 01 φοράω (σπαθί, παράσημο κ.λπ.), φέρω, κρατώ
- 02 μου ανατίθεται (μια αποστολή), αναλαμβάνω
- 03 έχω (μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό κ.λπ.), φέρω ίχνη από, έχω μια απόχρωση
帯 おび N3
ουσιαστικό
- 01 όμπι (ζώνη κιμονό)
- 02 όμπι (ταινία χαρτιού που τυλίγεται γύρω από βιβλίο, CD κ.λπ. και περιέχει πληροφορίες για το προϊόν)
- 03 ζώνη, ιμάντας, λωρίδα
- 04 ζώνη (ανατομικός ή αρχαιολογικός όρος)
- 05 ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή που μεταδίδεται την ίδια ώρα καθημερινά ή τις περισσότερες ημέρες
帯 たい
ουσιαστικό
- 01 ζώνη (π.χ. αγωγιμότητας, σθένους), ιμάντας (π.χ. του Βαν Άλεν, αστεροειδών κ.λπ.)
帯刀 たいとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οπλοφορία, φορώντας σπαθί
帯剣 たいけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οπλοφορία με σπαθί, φέρω σπαθί, σπαθί
帯電 たいでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηλεκτρισμός
帯同 たいどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνοδεία
帯状 おびじょう
ουσιαστικό
- 01 ζωνοειδής
帯域 たいいき
ουσιαστικό
- 01 ζώνη, περιοχή, φάσμα
- 02 εύρος ζώνης
帯紐 おびひも
ουσιαστικό
- 01 κορδόνια για το ζωνάρι (για κιμονό)
帯締め おびじめ
ουσιαστικό
- 01 διακοσμητικό κορδόνι που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση της ζώνης του κιμονό
帯革 おびかわ
ουσιαστικό
- 01 δερμάτινη ζώνη
- 02 ιμάντας (μηχανής)
帯封 おびふう
ουσιαστικό
- 01 ταινία δεσμίδας χαρτονομισμάτων, ταινία χρημάτων
- 02 περιτύλιγμα ταχυδρομικής αποστολής (γύρω από εφημερίδα κ.λπ.)
帯状疱疹 たいじょうほうしん
ουσιαστικό
- 01 έρπητας ζωστήρας
帯地 おびじ
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα ή υλικό για όμπι
帯出 たいしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έξοδος, απομάκρυνση (π.χ. βιβλίου από βιβλιοθήκη), δανεισμός
帯揚げ おびあげ
ουσιαστικό
- 01 ζώνη ομπι
帯番組 おびばんぐみ
ουσιαστικό
- 01 ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή που μεταδίδεται στην ίδια χρονική ζώνη τις περισσότερες ή όλες τις ημέρες της εβδομάδας (πρόγραμμα)
帯に短し襷に長し おびにみじかしたすきにながし
άλλο
- 01 ούτε το ένα ούτε το άλλο, πολύ κοντό για ζώνη και πολύ μακρύ για λουρί της παραδοσιακής ενδυμασίας (κιμονό)
帯回し おびまわし
ουσιαστικό
- 01 το ξετύλιγμα μιας γυναίκας από έναν κακό, τραβώντας το όμπι της και περιστρέφοντάς την γύρω-γύρω