48 αποτελέσματα για «幕»

まく N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κουρτίνα
  2. 02 πράξη (σε θεατρικό έργο)
  3. 03 πτώση της αυλαίας, τέλος (μιας σκηνής)
  4. 04 τέλος, κλείσιμο
  5. 05 περίπτωση, ευκαιρία, ρόλος, μερίδιο, θέση
  6. 06 μακούτσι, ανώτερη κατηγορία
幕府 ばくふ

ουσιαστικό

  1. 01 σογκουνάτο, μπακούφου
  2. 02 στρατηγείο του σόγκουν
  3. 03 γραφείο της αυτοκρατορικής φρουράς, κατοικία του διοικητή της αυτοκρατορικής φρουράς
幕を閉じる まくをとじる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρίχνω την αυλαία (στο τέλος μιας θεατρικής παράστασης)
  2. 02 φτάνω στο τέλος, ολοκληρώνομαι
幕開け まくあけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυλαία, έναρξη θεατρικής παράστασης
  2. 02 αρχή, ξεκίνημα, έναρξη (π.χ. μιας εποχής, ενός τουρνουά, ενός φεστιβάλ)
幕を下ろす まくをおろす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατεβάζω την αυλαία (στο τέλος μιας θεατρικής παράστασης)
  2. 02 τελειώνω, ολοκληρώνομαι
幕引き まくひき

ουσιαστικό

  1. 01 τερματισμός, ολοκλήρωση, δώσιμο τέλους σε κάτι
  2. 02 πρόσωπο που ανοίγει και κλείνει τις αυλαίες σε θέατρο
幕末 ばくまつ

ουσιαστικό

  1. 01 μπακουμάτσου, τελική περίοδος του σογκουνάτου Τοκουγκάβα, τέλος της περιόδου Έντο
幕僚 ばくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιτελείο, επιτελικός αξιωματικός
幕間 まくあい

ουσιαστικό

  1. 01 διάλειμμα (μεταξύ πράξεων), ιντερλούδιο
幕切れ まくぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση της αυλαίας, τέλος πράξης
  2. 02 τέλος, κατάληξη
幕を引く まくをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραβώ την αυλαία (θεάτρου, κ.λπ.)
  2. 02 φτάνω στο τέλος, ολοκληρώνομαι
幕が開く まくがあく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγει η αυλαία (για την έναρξη θεατρικού έργου, πράξης κ.λπ.), ανεβαίνει η αυλαία, ξεκινά (για θεατρικό έργο)
  2. 02 ξεκινά (για εκδήλωση, εκστρατεία κ.λπ.), αρχίζει
幕が下りる まくがおりる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτει η αυλαία, ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος του
幕臣 ばくしん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελής του σογκουνάτου, υποτελής της κυβέρνησης μπακούφου
幕下 まくした

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτη ανώτερη κατηγορία (στο σούμο), παλαιστές της τρίτης ανώτερης κατηγορίας
幕下 ばっか

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόπεδο, στρατοπέδευση
  2. 02 υφιστάμενος, υποτελής, ακόλουθος
  3. 03 άμεσος υποτελής του σογκούν, βαζάλος του σογκούν
  4. 04 σογκούν, στρατηγός
  5. 05 στρατηγός της Αυτοκρατορικής Φρουράς (περίοδοι Νάρα και Χεϊάν), σογκούν
幕舎 ばくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόπεδο, στρατώνας
幕軍 ばくぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός του σογκουνάτου
幕僚長 ばくりょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός επιτελείου
幕が切って落とされる まくがきっておとされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αρχίζω μεγαλειωδώς, ξεκινώ με πάταγο, κάνω μια εντυπωσιακή αρχή, ανοίγω διάπλατα την αυλαία