まくってとされる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αρχίζω μεγαλειωδώς, ξεκινώ με πάταγο, κάνω μια εντυπωσιακή αρχή, ανοίγω διάπλατα την αυλαία

Κλίση

Παρόν (απλό)
幕が切って落とされる
Παρόν (ευγενικό)
幕が切って落とされます
Άρνηση (απλή)
幕が切って落とされない
Άρνηση (ευγενική)
幕が切って落とされません
Παρελθόν (απλό)
幕が切って落とされた
Παρελθόν (ευγενικό)
幕が切って落とされました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幕が切って落とされなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幕が切って落とされませんでした
Τε-μορφή
幕が切って落とされて
Δυνητική
幕が切って落とされられる
Προστακτική
幕が切って落とされろ
Βουλητική
幕が切って落とされよう
Υποθετική (ば)
幕が切って落とされれば