26 αποτελέσματα για «弔»
弔う とむらう
ρήμα
- 01 πενθώ για κάποιον, θρηνώ, συλλυπούμαι (την πενθούσα οικογένεια, κ.λπ.)
- 02 τελώ μνημόσυνο για κάποιον, κηδεύω
弔い とむらい
ουσιαστικό
- 01 κηδεία, ταφή
- 02 συλλυπητήρια
弔い合戦 とむらいがっせん
ουσιαστικό
- 01 μάχη προς εκδίκηση κάποιου θανάτου, εκδικητική μάχη
弔問 ちょうもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη συλλυπητηρίων, μετάβαση σε πενθούσα οικογένεια για την έκφραση συλλυπητηρίων
弔問客 ちょうもんきゃく
ουσιαστικό
- 01 άτομο που έρχεται για να εκφράσει συλλυπητήρια
弔辞 ちょうじ
ουσιαστικό
- 01 επικήδειος λόγος, λόγια παρηγοριάς
弔意 ちょうい
ουσιαστικό
- 01 συλλυπητήρια, συμπαράσταση, πένθος
弔詞 ちょうし
ουσιαστικό
- 01 επικήδειος λόγος, λόγια παρηγοριάς, επικήδειος
弔鐘 ちょうしょう
ουσιαστικό
- 01 νεκρική καμπάνα, πένθιμος κώδων
弔電 ちょうでん
ουσιαστικό
- 01 συλλυπητήριο τηλεγράφημα
弔旗 ちょうき
ουσιαστικό
- 01 σημαία πένθους, σημαία καλυμμένη με μαύρο ύφασμα, σημαία μεσίστια
弔慰 ちょうい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συλλυπητήρια, συμπαράσταση στο πένθος
弔事 ちょうじ
ουσιαστικό
- 01 θλιβερό γεγονός (π.χ. θάνατος), κηδεία
弔慰金 ちょういきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματική παρηγοριά
弔砲 ちょうほう
ουσιαστικό
- 01 τιμητικός κανονιοβολισμός σε κηδεία
弔花 ちょうか
ουσιαστικό
- 01 στεφάνι κηδείας, άνθη πένθους
弔銃 ちょうじゅう
ουσιαστικό
- 01 τιμητικός πυροβολισμός κατά την κηδεία
弔歌 ちょうか
ουσιαστικό
- 01 επιτάδιο, μοιρολόι
弔文 ちょうぶん
ουσιαστικό
- 01 επικήδειος λόγος, λόγια συλλυπητηρίων, νεκρολογία
弔する ちょうする
ρήμα
- 01 πενθώ, εκφράζω τα συλλυπητήριά μου