68 αποτελέσματα για «従»

従う したがう N3

ρήμα

  1. 01 υπακούω (σε εντολή, νόμο κ.λπ.), τηρώ (κανόνα, έθιμο κ.λπ.), ακολουθώ, συμμορφώνομαι, ενδίδω
  2. 02 ακολουθώ (ένα άτομο), συνοδεύω, πηγαίνω μαζί με
  3. 03 πηγαίνω παράλληλα (π.χ. με ένα ποτάμι), ακολουθώ (π.χ. μια πινακίδα)
  4. 04 υπηρετώ (ως), ασχολούμαι (με εργασία)
従業員 じゅうぎょういん N1

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος, εργαζόμενος
従える したがえる

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω, παίρνω μαζί μου (κάποιον), έχω μαζί μου (κάποιον)
  2. 02 κατακτώ, υποτάσσω, δαμάζω
従来 じゅうらい N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μέχρι τώρα, έως σήμερα
  2. 02 παραδοσιακός, συμβατικός, συνηθισμένος, υφιστάμενος
従者 じゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδός, υπηρέτης, ακόλουθος
従順 じゅうじゅん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπάκουος, υποτακτικός, πειθήνιος, πράος, εύπλαστος
じゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υφισταμένος, δευτερεύων, κατώτερος, παρεμπίπτων
じゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερος (σε ίσα αυλικά αξιώματα), υποδεέστερος, νεότερος
ひろい

πρόθημα

  1. 01 κατώτερος (σε ίση δικαστική ιεραρχία), χαμηλότερος, νεότερος
従事 じゅうじ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασχολούμαι με (εργασία), επιδίδομαι σε (π.χ. σπουδές), ακολουθώ (επάγγελμα), εμπλέκομαι σε
従兄弟 いとこ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ξάδερφος
従僕 じゅうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης, άνδρας συνοδός, βαλές
従属 じゅうぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτελής κατάσταση, εξάρτηση
従兄 じゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος σε ηλικία ξάδερφος
従妹 じゅうまい

ουσιαστικό

  1. 01 νεότερη εξαδέλφη
従姉妹 いとこ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ξαδέρφη
従軍 じゅうぐん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτική υπηρεσία, θητεία σε πόλεμο, συμμετοχή σε εκστρατεία
従姉 じゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 εξαδέλφη (μεγαλύτερη σε ηλικία)
従弟 じゅうてい

ουσιαστικό

  1. 01 νεότερος εξάδελφος
従卒 じゅうそつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπασπιστής, στρατιωτικός υπηρέτης αξιωματικού, ακόλουθος