33 αποτελέσματα για «志»

こころざし N1

ουσιαστικό

  1. 01 θέληση, βούληση, απόφαση, πρόθεση, φιλοδοξία, σκοπός, στόχος
  2. 02 καλοσύνη, καλή θέληση, ευγενική προσφορά
  3. 03 δώρο (ως ένδειξη ευγνωμοσύνης)
シリング

ουσιαστικό

  1. 01 σελίνι
志望 しぼう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθυμία, πόθος, φιλοδοξία, επιλογή
志願 しがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλοδοξία, εθελοντική προσφορά, επιθυμία, αίτηση
志す こころざす N1

ρήμα

  1. 01 στοχεύω, επιδιώκω, σκοπεύω, αποφασίζω
  2. 02 προσφέρω δώρο (ως δείγμα ευγνωμοσύνης, καλής θέλησης κ.λπ.)
  3. 03 τελώ μνημόσυνο
志願者 しがんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτών, υποψήφιος
志向 しこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόθεση, σκοπός, προτίμηση, προσανατολισμός (προς έναν στόχο)
志望校 しぼうこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή προτίμησης (πρώτης, δεύτερης)
志士 しし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός πιστός σαμουράι της περιόδου Μπακουμάτσου
  2. 02 πατριώτες, ιδεαλιστές διατεθειμένοι να θυσιαστούν για το καλό του έθνους
志摩 しま

ουσιαστικό

  1. 01 Σίμα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του σημερινού νομού Μίε)
志望者 しぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποψήφιος, αιτών
志願兵 しがんへい

ουσιαστικό

  1. 01 εθελοντής στρατιώτης
志望動機 しぼうどうき

ουσιαστικό

  1. 01 αιτιολογία αίτησης (ειδικότερα σε εταιρεία)
志を同じくする こころざしをおなじくする

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω την ίδια νοοτροπία, έχω τον ίδιο σκοπό
志気 しき

ουσιαστικό

  1. 01 αποφασιστικότητα, πνεύμα συντροφικότητας
志操 しそう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή
志向性 しこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προθετικότητα
志願書 しがんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση (έντυπο)
志操堅固 しそうけんご

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πιστός στις αρχές κάποιου, έχων ακλόνητο σκοπό και βαθιά αφοσίωση, σταθερότητα, αμετάκλητα πιστός
志学 しがく

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία δεκαπέντε ετών