51 αποτελέσματα για «戸»

戸惑う とまどう

ρήμα

  1. 01 μπερδεύομαι, σαστίζω, βρίσκομαι σε αμηχανία
N5

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα (ειδικά ιαπωνικού τύπου)
  2. 02 πατζούρι, παραθυρόφυλλο
  3. 03 είσοδος (σε σπίτι)
  4. 04 στενό
戸惑い とまどい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγχυση, αμηχανία, αποπροσανατολισμός, απορία
  2. 02 αποπροσανατολισμός, αμηχανία (κατά το νυχτερινό ξύπνημα)
  3. 03 το να ξεχνάω σε ποιο σπίτι ή δωμάτιο να μπω
戸口 とぐち

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, κατώφλι
戸棚 とだな N2

ουσιαστικό

  1. 01 ντουλάπι, ερμάριο, ντουλάπα
戸籍 こせき N1

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό μητρώο
  2. 02 απογραφή πληθυσμού
戸を開ける とをあける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω την πόρτα
戸締まり とじまり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασφάλιση των εισόδων (θυρών και παραθύρων), κλείδωμα των θυρών
戸外 こがい

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαιθρος, εξωτερικός χώρος, έξω

άλλο

  1. 01 μετρητής για σπίτια, νοικοκυριά, διαμερίσματα κ.λπ.
戸板 といた

ουσιαστικό

  1. 01 συρόμενη θύρα (ειδικά όταν αφαιρείται από το πλαίσιο της για μεταφορά αντικειμένων ή ανθρώπων)
  2. 02 μεγάλη γλώσσα (ψάρι)
戸籍謄本 こせきとうほん

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο αντίγραφο οικογενειακής μερίδας
戸部 こぶ

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο οικονομικών (της κινεζικής δυναστείας των Τανγκ)
戸口 ここう

ουσιαστικό

  1. 01 νοικοκυριά και κάτοικοι, πληθυσμός
戸数 こすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κατοικιών, αριθμός νοικοκυριών
戸建て こだて

ουσιαστικό

  1. 01 μονοκατοικία
戸袋 とぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 ενσωματωμένη θήκη για τα ρολά, κουτί φύλαξης ρολών, υποδοχή συρόμενης πόρτας
戸主 こしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός νοικοκυριού
戸障子 としょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτες και σότζι (συρόμενες πόρτες με χάρτινα πλαίσια)
戸を立てる とをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλείνω μια πόρτα