202 αποτελέσματα για «指»

ゆび N4

ουσιαστικό

  1. 01 δάχτυλο, δάχτυλο ποδιού
指示 しじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένδειξη, δήλωση, σημασία, ορισμός, προσδιορισμός
  2. 02 οδηγίες, εντολές, κατευθύνσεις
指摘 してき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόδειξη, επισήμανση, αναγνώριση
指す さす N3

ρήμα

  1. 01 δείχνω
  2. 02 ορίζω, επιλέγω κάποιον, υποδεικνύω κάποιο πρόσωπο
  3. 03 προσδιορίζω, υποδεικνύω, επισημαίνω
  4. 04 παίζω (σκάκι σόγκι), κινώ (ένα πιόνι)
  5. 05 τείνω το χέρι ευθεία μπροστά (στον χορό)
指定 してい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορισμός, καθορισμός, προσδιορισμός, ανάθεση, διορισμός, υπόδειξη
指導 しどう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, ηγεσία, οδηγίες, διεύθυνση, προπόνηση
  2. 02 σίντο (ελαφρά ποινή στο τζούντο)
指先 ゆびさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρο δαχτύλου, δάχτυλο (χεριού)
  2. 02 άκρο δαχτύλου ποδιού, δάχτυλο ποδιού
指輪 ゆびわ N4

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδι
指差す ゆびさす N1

ρήμα

  1. 01 δείχνω με το δάχτυλο
指揮 しき N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαταγή, καθοδήγηση, επίβλεψη
  2. 02 διεύθυνση (ορχήστρας, χορωδίας κ.λπ.)
指示を出す しじをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω οδηγίες, δίνω εντολές
指名 しめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ονομασία, υπόδειξη, ορισμός
  2. 02 καλώ, ζητώ, αιτούμαι
指し示す さししめす

ρήμα

  1. 01 υποδεικνύω, δείχνω, κατευθύνω το ενδιαφέρον προς κάτι
指揮官 しきかん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής, αρχηγός
指令 しれい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντολή, διαταγή, οδηγία, πρόσταγμα
指導者 しどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, καθοδηγητής, μέντορας, προπονητής
指紋 しもん

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλικό αποτύπωμα
指図 さしず N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οδηγίες, εντολές, διαταγές
指を鳴らす ゆびをならす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω τον ήχο του κλικ με τα δάχτυλα
  2. 02 σπάω τα δάχτυλά μου
指揮を執る しきをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω τη διοίκηση, δίνω οδηγίες