35 αποτελέσματα για «換»

換金 かんきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρευστοποίηση, μετατροπή σε χρήμα
換算 かんさん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατροπή (π.χ. γιεν σε δολάρια), αλλαγή, ανταλλαγή, μετατροπή (αριθμητική)
換気 かんき N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερισμός
換装 かんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση εξαρτημάτων ή εξοπλισμού για την επίτευξη αλλαγής στην απόδοση
換気扇 かんきせん

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμιστήρας εξαερισμού, απορροφητήρας
換言 かんげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατύπωση με άλλα λόγια, διαφορετική έκφραση ενός νοήματος
換気口 かんきこう

ουσιαστικό

  1. 01 αεραγωγός, άνοιγμα εξαερισμού
換気装置 かんきそうち

ουσιαστικό

  1. 01 εξαεριστήρας, συσκευή εξαερισμού
換骨奪胎 かんこつだったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσαρμογή (ποιήματος, μυθιστορήματος κ.λπ.), αναδιαμόρφωση, ξαναγράψιμο, τροποποίηση, ανακύκλωση περιεχομένου
換気ダクト かんきダクト

ουσιαστικό

  1. 01 αεραγωγός εξαερισμού
換毛期 かんもうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος αλλαγής τριχώματος, εποχή πτερόρροιας
換算率 かんさんりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής μετατροπής
換価 かんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτίμηση, αποτίμηση, ρευστοποίηση, μετατροπή σε χρήμα
換喩 かんゆ

ουσιαστικό

  1. 01 μετωνυμία
換字式暗号 かえじしきあんごう

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτογράφηση αντικατάστασης
換地 かんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιανομή γης, ανταλλαγή γης
  2. 02 αναδιανεμημένη γη, οικόπεδο ανταλλαγής
換羽 かんう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτερόρροια, αλλαγή πτερώματος (των πτηνών)
換算表 かんさんひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας μετατροπής
換毛 かんもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδυση, πτερόρροια, αλλαγή τριχώματος
換物 かんぶつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατροπή χρήματος σε εμπορεύματα, αγορά