32 αποτελέσματα για «携»

携帯 けいたい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κουβαλώ (πάνω μου ή στο χέρι)
  2. 02 κινητό τηλέφωνο
携帯電話 けいたいでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 κινητό τηλέφωνο
携わる たずさわる N1

ρήμα

  1. 01 ασχολούμαι με, συμμετέχω σε, λαμβάνω μέρος σε, εμπλέκομαι σε
携える たずさえる

ρήμα

  1. 01 κρατώ στο χέρι, μεταφέρω μαζί μου, έχω πάνω μου, φέρω
  2. 02 συνοδεύομαι από κάποιον, παίρνω κάποιον μαζί μου
携帯端末 けいたいたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητός τερματικός σταθμός, κινητή συσκευή, συσκευή κινητού τηλεφώνου
携行 けいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά (πάνω στο άτομο), το να έχει κάποιος κάτι μαζί του
携帯用 けいたいよう

ουσιαστικό

  1. 01 φορητός, κινητός
携帯番号 けいたいばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός κινητού τηλεφώνου
携帯ゲーム機 けいたいゲームき

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή κονσόλα παιχνιδιών
携帯型 けいたいがた

άλλο

  1. 01 φορητός (τύπος)
携帯メール けいたいメール

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κινητού τηλεφώνου
携行食 けいこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πακέτο φαγητού, συσκευασμένο γεύμα, κολατσιό
携帯ストラップ けいたいストラップ

ουσιαστικό

  1. 01 λουράκι κινητού τηλεφώνου
携帯カメラ けいたいカメラ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή κάμερα
携帯電話会社 けいたいでんわがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, πάροχος δικτύου κινητής τηλεφωνίας
携帯小説 けいたいしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστόρημα κινητού τηλεφώνου, λογοτεχνικό έργο που γράφτηκε αρχικά σε κινητό τηλέφωνο
携帯情報端末 けいたいじょうほうたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικός ψηφιακός βοηθός, pda
携帯品 けいたいひん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικά είδη, χειραποσκευές
携帯可能 けいたいかのう

επίθετο

  1. 01 φορητός
携行缶 けいこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό δοχείο βενζίνης, μπιτόνι βενζίνης