22 αποτελέσματα για «摘»

摘む つむ N3

ρήμα

  1. 01 μαζεύω, συλλέγω
  2. 02 κόβω, ψαλιδίζω, ψαλιδίζω τις άκρες
摘む つまむ

ρήμα

  1. 01 τσιμπώ, πιάνω ανάμεσα στα δάχτυλα, σηκώνω (με τσοπ στικ, τσιμπίδα κ.λπ.)
  2. 02 τσιμπολογώ, τρώω λίγο
  3. 03 συλλέγω (το κύριο σημείο), συνοψίζω, συνοψίζω τα βασικά
  4. 04 μαγεύω, κυριεύω, γοητεύω
摘発 てきはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκάλυψη, ξεσκέπασμα, φανέρωση
摘出 てきしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγωγή, αφαίρεση, (χειρουργική) εκτομή
  2. 02 έκθεση, αποκάλυψη
摘み取る つみとる

ρήμα

  1. 01 συλλέγω, κόβω, αποκόπτω
摘み つまみ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 περιστροφικός διακόπτης, λαβή, κουμπί
  2. 02 μεζές (για συνοδεία ποτού), συνοδευτικό πιάτο
  3. 03 πρέζα (για παράδειγμα αλατιού)
  4. 04 λαβή (αρχείου)
  5. 05 μάζεμα, συγκομιδή
摘要 てきよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίληψη, σύνοψη
  2. 02 στήλη παρατηρήσεων, χώρος για σημειώσεις
摘果 てきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αραίωμα καρπών, απομάκρυνση περιττών καρπών
摘記 てっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίληψη, συνοπτική καταγραφή, επιτομή
摘み草 つみくさ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή βοτάνων και αγριολούλουδων
摘録 てきろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίληψη
摘取 てきしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή, μάζεμα
  2. 02 ξερίζωμα, απόσπαση
摘心 てきしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκοπή κορυφών (μπουμπουκιών και κλαδιών)
摘み物 つまみもの

ουσιαστικό

  1. 01 μεζές (συνοδευτικό ποτού), συνοδευτικό πιάτο
摘入 つみれ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαροκεφτέδες, μπαλάκια ψαριού
摘芽 てきが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αραιώνω μπουμπούκια
摘葉 てきよう

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση περιττών φύλλων, αραίωμα φύλλων
摘み取り つみとり

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή, τρύγος
摘蕾 てきらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση επιπλέον οφθαλμών για την ενίσχυση της ανάπτυξης των υπολοίπων, αφαίρεση οφθαλμών, αραίωμα καρπών
摘示 てきし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξηγώ, συνοψίζω, υποδεικνύω, περιγράφω αδρά