摘む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: つむ
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιμπώ, πιάνω ανάμεσα στα δάχτυλα, σηκώνω (με τσοπ στικ, τσιμπίδα κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιμπολογώ, τρώω λίγο
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συλλέγω (το κύριο σημείο), συνοψίζω, συνοψίζω τα βασικά
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα μαγεύω, κυριεύω, γοητεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 摘む
- Παρόν (ευγενικό)
- 摘みます
- Άρνηση (απλή)
- 摘まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 摘みません
- Παρελθόν (απλό)
- 摘んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 摘みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 摘まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 摘みませんでした
- Τε-μορφή
- 摘んで
- Δυνητική
- 摘める
- Προστακτική
- 摘め
- Βουλητική
- 摘もう
- Υποθετική (ば)
- 摘めば
- Υποθετική (たら)
- 摘んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 摘みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 摘むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 摘みなさい
- Παθητική
- 摘まれる
- Αιτιατική
- 摘ませる