43 αποτελέσματα για «故»

故郷 こきょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, γενέτειρα, τόπος γέννησης, τόπος καταγωγής
故郷 ふるさと N2

ουσιαστικό

  1. 01 γενέτειρα, τόπος καταγωγής, πατρίδα, πατρικό σπίτι
  2. 02 ερείπια, ιστορικά κατάλοιπα
ゆえ N1

ουσιαστικό, σύνδεσμος

  1. 01 αιτία, λόγος, περίσταση, συνθήκη, βάση
  2. 02 εξαιτίας, λόγω, ως αποτέλεσμα
故障 こしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλάβη, δυσλειτουργία, χαλασμός, αχρηστία
  2. 02 τραυματισμός (σε μέρος του σώματος), βλάβη, ζημιά
  3. 03 πρόβλημα, εμπόδιο, αναποδιά
  4. 04 αντίρρηση, διαμαρτυρία
故に ゆえに

σύνδεσμος

  1. 01 επομένως, συνεπακόλουθα

πρόθημα

  1. 01 ο μακαρίτης, ο εκλιπών
故意に こいに

επίρρημα

  1. 01 εσκεμμένα, σκόπιμα, επίτηδες
故人 こじん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ο εκλιπών, ο κεκοιμημένος
  2. 02 παλιός φίλος, παλαιός γνώριμος
故意 こい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθεση, σκοπός, δόλος
  2. 02 κακόβουλη πρόθεση (εννοιολογικό υπόβαθρο εγκλήματος)
故国 ここく

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα
故事 こじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό γεγονός, γεγονός της αρχαιότητας
  2. 02 παράδοση, λαογραφία, θρύλος, προέλευση
故あって ゆえあって

άλλο

  1. 01 για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, λόγω αναπόφευκτων περιστάσεων
故障中 こしょうちゅう

άλλο

  1. 01 εκτός λειτουργίας, εκτός υπηρεσίας
故実 こじつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίες πρακτικές, παλαιά έθιμα
故主 こしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην αφέντης
故郷に錦を飾る こきょうににしきをかざる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιστρέφω θριαμβευτικά στην πατρίδα, γυρίζω στον τόπο καταγωγής μου έχοντας πετύχει κάποιο σημαντικό επίτευγμα
故買屋 こばいや

ουσιαστικό

  1. 01 κλεπταποδοχείο, ενεχυροδανειστήριο που αγοράζει εν γνώσει του κλεμμένα αντικείμενα
故人を偲ぶ こじんをしのぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκέφτομαι τον αποθανόντα
故事成語 こじせいご

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωματισμός που προέρχεται από ιστορικά γεγονότα ή την κλασική λογοτεχνία της Κίνας
故山 こざん

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα