45 αποτελέσματα για «更»

更に さらに N3

επίρρημα, σύνδεσμος

  1. 01 επιπλέον, ακόμη, ξανά, άλλωστε, όλο και περισσότερο, ακόμα περισσότερο
更新 こうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανανέωση, ενημέρωση, αντικατάσταση, ανακαίνιση, κατάρριψη (ρεκόρ)
更なる さらなる

άλλο

  1. 01 ακόμη περισσότερος, επιπλέον, περαιτέρω
更衣室 こういしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδυτήρια, δωμάτιο μεταμφίεσης
更ける ふける N2

ρήμα

  1. 01 προχωρώ (για την ώρα), περνώ
更生 こうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση, επανένταξη, η έναρξη μιας νέας ζωής
  2. 02 αναγέννηση, ανάπλαση, αναδιοργάνωση, ανασυγκρότηση, ανάρρωση, αποκατάσταση, αναμόρφωση
  3. 03 επανέρχομαι στη ζωή, αναζωογόνηση, ανάνηψη
更地 さらち

ουσιαστικό

  1. 01 αδόμητο οικόπεδο, κενός χώρος
更迭 こうてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση προσωπικού, ανασχηματισμός (π.χ. κυβερνητικού σχήματος), αλλαγή στελεχών, απομάκρυνση (π.χ. υπουργού), αντικατάσταση
更正 こうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διόρθωση, αναθεώρηση, αποκατάσταση
更紗 サラサ

ουσιαστικό

  1. 01 σαράσα, τσίτι, εμπριμέ βαμβακερό ύφασμα
更々 さらさら

επίρρημα

  1. 01 καθόλου, διόλου, καθαρά (συχνά με αρνητική έννοια)
更衣 こうい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή ρούχων
  2. 02 αυλική κυρία επί των ενδυμάτων
こう

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή βάρδια (περίπου δύο ώρες)
更年期 こうねんき

ουσιαστικό

  1. 01 εμμηνόπαυση, κλιμακτήριος
更年期障害 こうねんきしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, κλιμακτηριακές διαταραχές
更生施設 こうせいしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο κοινωνικής επανένταξης, δομή αποκατάστασης
更改 こうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανανέωση, παράταση, αναθεώρηση
更新料 こうしんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος ανανέωσης, κόστος ανανέωσης
更にもっと さらにもっと

άλλο

  1. 01 ακόμα περισσότερο, παραπάνω, ακόμα πιο πολύ
更新世 こうしんせい

ουσιαστικό

  1. 01 πλειστόκαινος εποχή