59 αποτελέσματα για «果»

果たす はたす N1

ρήμα, άλλο

  1. 01 πραγματοποιώ, εκπληρώνω, εκτελώ, επιτυγχάνω, ολοκληρώνω
  2. 02 ολοκληρώνω κάτι εντελώς, διεκπεραιώνω πλήρως
果たして はたして

επίρρημα

  1. 01 όντως, όπως το περίμενε κανείς
  2. 02 πραγματικά, όντως, άραγε, τάχα
果て はて N1

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, άκρο, όριο, πέρας
  2. 02 αποτέλεσμα, έκβαση, κατάληξη, συνέπεια
果物 くだもの N5

ουσιαστικό

  1. 01 φρούτο
果てる はてる N1

ρήμα, άλλο

  1. 01 τελειώνω, ολοκληρώνομαι, εξαντλούμαι
  2. 02 πεθαίνω, αφανίζομαι
  3. 03 ολοκληρώνω πλήρως, κάνω κάτι μέχρι τέλους
果実 かじつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 καρπός, φρούτο, καρπός ξηρού καρπού, ράγα
  2. 02 καρποί, κέρδος
果てしない はてしない

επίθετο

  1. 01 ατελείωτος, απέραντος, αιώνιος
果ては はては

άλλο

  1. 01 τελικά, πάνω απ' όλα
果敢 かかん

επίθετο

  1. 01 αποφασιστικός, αποφασισμένος, θαρραλέος

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 φάλα (επιτευχθείσα κατάσταση, αποτέλεσμα)
  2. 02 φώτιση (ως ο καρπός της βουδιστικής πρακτικής κάποιου)
  3. 03 καρπός, φρούτο
  4. 04 επιθετικός προσδιορισμός για τεμάχια φρούτων
果汁 かじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χυμός φρούτου
果樹園 かじゅえん

ουσιαστικό

  1. 01 οπωρώνας, κτήμα με καρποφόρα δέντρα
果肉 かにく

ουσιαστικό

  1. 01 σάρκα (φρούτου), ψίχα
果実酒 かじつしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φρουτοποτό (για παράδειγμα μηλίτης, κρασί, λικέρ δαμάσκηνου), λικέρ φρούτων
果報者 かほうもの

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερός άνθρωπος, καλότυχος, ευνοούμενος της τύχης
果たし状 はたしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόκληση σε μονομαχία, επιστολή πρόκλησης
果物屋 くだものや

ουσιαστικό

  1. 01 μανάβικο, έμπορος φρούτων, πωλητής φρούτων, μανάβης
果物ナイフ くだものナイフ

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι φρούτων, μικρό μαχαίρι καθαρισμού
果断 かだん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αποφασιστικός, αποφασισμένος, δραστικός
果樹 かじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 οπωροφόρο δέντρο