85 αποτελέσματα για «植»

植物 しょくぶつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό, βλάστηση
植える うえる N4

ρήμα

  1. 01 φυτεύω, καλλιεργώ, αναπτύσσω
  2. 02 εισάγω, μεταφυτεύω, εμφυτεύω, στοιχειοθετώ (τυπογραφικά στοιχεία)
  3. 03 εμβολιάζω (π.χ. έναν μολυσματικό παράγοντα)
  4. 04 εμφυσώ (ιδέα, αξία κ.λπ.), ενσταλάζω
植え付ける うえつける

ρήμα

  1. 01 φυτεύω, μεταφυτεύω
  2. 02 εμφυσώ, ενσταλάζω (ιδέα, συναίσθημα κ.λπ.)
植木 うえき N2

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό κήπου, δέντρο κήπου
  2. 02 φυτό σε γλάστρα
植民地 しょくみんち N1

ουσιαστικό

  1. 01 αποικία
  2. 02 εγκατάσταση (στη Βραζιλία)
植え込み うえこみ

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή βλάστηση φυτών, φύτευση, θαμνώδης έκταση, λόχμη
植木鉢 うえきばち

ουσιαστικό

  1. 01 γλάστρα
植物園 しょくぶつえん

ουσιαστικό

  1. 01 βοτανικός κήπος
植わる うわる N1

ρήμα

  1. 01 φυτεύομαι
植民 しょくみん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποικισμός
植生 しょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 βλάστηση
植木屋 うえきや

ουσιαστικό

  1. 01 κηπουρός
  2. 02 φυτώριο
植物状態 しょくぶつじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 φυτική κατάσταση
植林 しょくりん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δασοφύτευση
植物性 しょくぶつせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικός, βοτανικός
植え込む うえこむ

ρήμα

  1. 01 φυτεύω
  2. 02 εισάγω, εμφυτεύω
植樹 しょくじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δενδροφύτευση
植物学 しょくぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 βοτανολογία
植え替える うえかえる

ρήμα

  1. 01 μεταφυτεύω (φυτό), επαναφυτεύω
  2. 02 αναδιατάσσω (τυπογραφικά στοιχεία)
植物学者 しょくぶつがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βοτανολόγος