59 αποτελέσματα για «模»

模様 もよう N3

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο, μοτίβο, σχήμα
  2. 02 κατάσταση, συνθήκη
  3. 03 υπόθεση για την παρούσα κατάσταση, η όψη των πραγμάτων
  4. 04 μοντέλο, πρότυπο, παράδειγμα
  5. 05 δείχνει ότι κάτι είναι πιθανό (π.χ. βροχή ή καταιγίδα)
  6. 06 πλαίσιο, εδαφικό πλαίσιο, μογιό
模する もする

ρήμα

  1. 01 μιμούμαι, αντιγράφω, κοροϊδεύω, αντικαθιστώ, βασίζω σε πρότυπο
  2. 02 ιχνογραφώ, παραποιώ
模索 もさく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση, ψηλάφηση, προσπάθεια εξεύρεσης (απάντησης, λύσης κ.λπ.)
模倣 もほう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μίμηση, αντιγραφή
模擬戦 もぎせん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική μάχη, άσκηση προσομοίωσης μάχης, δοκιμαστική άσκηση, στρατιωτική άσκηση, πολεμικό παίγνιο
模型 もけい N1

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο, ομοίωμα, μακέτα
模擬 もぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομίμηση
模範 もはん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο, υπόδειγμα, παράδειγμα, μοντέλο
模試 もし

ουσιαστικό

  1. 01 προσομοίωση εξετάσεων, δοκιμαστικό τεστ
模範的 もはんてき

επίθετο

  1. 01 υποδειγματικός
模写 もしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίγραφο (του πρωτοτύπου), αντιγραφή, αναπαραγωγή, σχεδίαση με διαφάνεια
模造 もぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομίμηση, παραποίηση, πλαστό αντικείμενο, κάλπικο, υποκατάστατο
模擬店 もぎてん

ουσιαστικό

  1. 01 πάγκος αναψυκτικών, καντίνα, αναψυκτήριο
模造品 もぞうひん

ουσιαστικό

  1. 01 απομίμηση, πλαστό, κάλπικο, αντίγραφο
模様替え もようがえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιάταξη, ανακαίνιση
模倣犯 もほうはん

ουσιαστικό

  1. 01 μιμητής εγκληματίας, έγκλημα από μίμηση
模造刀 もぞうとう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλικό ομοίωμα σπαθιού (ιδιαίτερα αυτό που μοιάζει πολύ με αληθινό σπαθί)
模擬試験 もぎしけん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική εξέταση, δοκιμαστική εξέταση, τεστ προσομοίωσης
模糊 もこ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θαμπός, ασαφής, δυσδιάκριτος, αχνός, συγκεχυμένος
模造紙 もぞうし

ουσιαστικό

  1. 01 μιμητικό ιαπωνικό περγαμηνόχαρτο