45 αποτελέσματα για «汎»

汎用 はんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενικός, για γενική χρήση, παντός τύπου
汎用性 はんようせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυχρηστικότητα, ευελιξία, δυνατότητα πολλαπλών χρήσεων
はん

πρόθημα

  1. 01 παν-
汎神論 はんしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 πανθεϊσμός
汎用機 はんようき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα γενικής χρήσης
  2. 02 υπολογιστής γενικής χρήσης
汎用品 はんようひん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος γενικής χρήσης, αντικείμενο πολλαπλών χρήσεων, προϊόν γενικής κυκλοφορίας
汎発 はんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πανδημικός, ευρέως διαδεδομένος
汎米 はんべい

άλλο

  1. 01 παναμερικανικός
汎神教 はんしんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πανθεϊσμός
汎論 はんろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενικές παρατηρήσεις, περίγραμμα
汎称 はんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαδοποίηση παρόμοιων αντικειμένων και απόδοση συλλογικού ονόματος σε αυτά, συλλογικό όνομα, γενικός όρος
汎論理主義 はんろんりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πανλογισμός
汎用コンピュータ はんようコンピュータ

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογιστής γενικής χρήσης
汎ゲルマン主義 はんゲルマンしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πανγερμανισμός
汎用体 はんようたい

ουσιαστικό

  1. 01 γενική μονάδα
汎化 はんか

ουσιαστικό

  1. 01 γενίκευση (ψυχολογία, γλωσσολογία κ.λπ.)
汎関数 はんかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συναρτησοειδές
汎心論 はんしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 πανψυχισμός
汎愛 はんあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλανθρωπία, πανανθρώπινη αγάπη
汎用型コンピュータ はんようがたコンピュータ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός υπολογιστής