38 αποτελέσματα για «汗»

あせ N3

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 ιδρώτας, εφίδρωση
  2. 02 υγρασία, συμπύκνωση
  3. 03 ωχ, ουπς, αμάν
かん

ουσιαστικό

  1. 01 χαν (μεσαιωνικός ηγεμόνας μιας φυλής των Τατάρων)
汗をかく あせをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ιδρώνω
汗ばむ あせばむ

ρήμα

  1. 01 ιδρώνω ελαφρώς, βγάζω λίγο ιδρώτα, υγραίνομαι από τον ιδρώτα
汗を流す あせをながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι σκληρά, ιδρώνω
  2. 02 ξεπλένω τον ιδρώτα μου
汗だく あせだく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λουσμένος στον ιδρώτα, κατάιδρωτος
汗臭い あせくさい

επίθετο

  1. 01 μυρίζω ιδρώτα
汗まみれ あせまみれ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ιδρωμένος, καταϊδρωμένος, λουσμένος στον ιδρώτα
汗かき あせかき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυτός που ιδρώνει εύκολα, άτομο που ιδρώνει υπερβολικά
汗水流す あせみずながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 μοχθώ, δουλεύω σκληρά
汗みずく あせみずく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μουσκεμένος στον ιδρώτα, ιδρωμένος παντού
汗水たらして あせみずたらして

άλλο

  1. 01 ιδρωμένος, με πολύ κόπο
汗腺 かんせん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρωτοποιός αδένας
汗水 あせみず

ουσιαστικό

  1. 01 άφθονος ιδρώτας
汗っかき あせっかき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυτός που ιδρώνει εύκολα, άνθρωπος με υπερβολική εφίδρωση
汗顔 かんがん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ντροπιασμένος, καταισχυμμένος
汗みどろ あせみどろ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μουσκεμένος στον ιδρώτα
汗拭き あせふき

ουσιαστικό

  1. 01 πανί για το σκούπισμα του ιδρώτα
汗疹 あせも

ουσιαστικό

  1. 01 ασαμό, ιδρώα, δερματικό εξάνθημα λόγω ζέστης
汗染みる あせじみる

ρήμα

  1. 01 λεκιάζω από τον ιδρώτα