47 αποτελέσματα για «測»

測定 そくてい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέτρηση
測量 そくりょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέτρηση, τοπογράφηση
測定器 そくていき

ουσιαστικό

  1. 01 όργανο μέτρησης
測定不能 そくていふのう

ουσιαστικό

  1. 01 αστάθμητος, αδύνατον να μετρηθεί
測定装置 そくていそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή μέτρησης
測定値 そくていち

ουσιαστικό

  1. 01 μετρούμενη τιμή
測位 そくい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντοπισμός θέσης, μέτρηση θέσης
測量技師 そくりょうぎし

ουσιαστικό

  1. 01 τοπογράφος μηχανικός, τοπογράφος
測定方法 そくていほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος μέτρησης
測度 そくど

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρηση
測候所 そっこうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογικός σταθμός
測定法 そくていほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος μέτρησης
測距儀 そっきょぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αποστασιόμετρο
測量士 そくりょうし

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματούχος τοπογράφος μηχανικός
測地 そくち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεωδαιτική αποτύπωση
測定限界 そくていげんかい

ουσιαστικό

  1. 01 όριο μέτρησης, περιορισμός μέτρησης
測量図 そくりょうず

ουσιαστικό

  1. 01 τοπογραφικό διάγραμμα
測量器 そくりょうき

ουσιαστικό

  1. 01 όργανο τοπογραφίας
測鉛 そくえん

ουσιαστικό

  1. 01 βαρίδι βυθομέτρησης, κατακόρυφο βαρίδι
測深 そくしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βυθομέτρηση