28 αποτελέσματα για «版»

はん N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 έκδοση, εκδοχή, εκτύπωση, υλοποίηση (λογισμικού)
  2. 02 πλάκα, καλούπι, εκμαγείο
  3. 03 μετρητής για εκδόσεις
版図 はんと

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, έδαφος
版画 はんが N1

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλογραφία, στάμπα ξύλινης πλάκας, καλλιτεχνική εκτύπωση
版権 はんけん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικά δικαιώματα, δικαιώματα έκδοσης
版元 はんもと

ουσιαστικό

  1. 01 εκδότης
版木 はんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλόπλακα, μήτρα εκτύπωσης
版を重ねる はんをかさねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κυκλοφορώ σε πολλές εκδόσεις, επανεκδίδομαι επανειλημμένα
版本 はんぽん

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο έντυπο βιβλίο, βιβλίο τυπωμένο από ξύλινες πλάκες
版下 はんした

ουσιαστικό

  1. 01 γραφιστικό πρότυπο, έτοιμο προσχέδιο προς φωτοσύνθεση, σελιδοποιημένο προσχέδιο
版籍奉還 はんせきほうかん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή των εδαφών και του πληθυσμού από τους φεουδάρχες στον Αυτοκράτορα
版行 はんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση, εκτύπωση
  2. 02 σφραγίδα (που χρησιμοποιείται αντί για υπογραφή), σφραγίδα
版画家 はんがか

ουσιαστικό

  1. 01 χαράκτης, καλλιτέχνης ξυλογραφίας, χαράκτης χαλκογραφίας
版権物 はんけんもの

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενο έργο με πνευματικά δικαιώματα
  2. 02 μη εξουσιοδοτημένο παράγωγο έργο
版を改める はんをあらためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναθεωρώ μια έκδοση
版籍 はんせき

ουσιαστικό

  1. 01 κτηματολόγιο και μητρώο πληθυσμού
版権所有者 はんけんしょゆうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοχος πνευματικών δικαιωμάτων
版数 はんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός έκδοσης, αριθμός αναθεώρησης
版権所有 はんけんしょゆう

άλλο

  1. 01 με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος, κατοχυρωμένα πνευματικά δικαιώματα
版面 はんめん

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφική σελίδα, εκτυπωμένη σελίδα
  2. 02 επιφάνεια τυπογραφικής πλάκας
版下書き はんしたかき

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης σχεδιασμού εκτυπωτικών πλακών