36 αποτελέσματα για «狐»

きつね

ουσιαστικό

  1. 01 αλεπού (ιδιαίτερα η κόκκινη αλεπού, Vulpes vulpes)
  2. 02 αλεπού (δηλαδή ένα πονηρό άτομο)
  3. 03 σόμπα ή ούντον με γαρνιτούρα τηγανητό τόφου
  4. 04 ανοιχτό καφέ, χρυσαφί καφέ
狐につままれる きつねにつままれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μπερδεύομαι, τα χάνω, μένω άναυδος, συγχύζομαι, πέφτω θύμα εξαπάτησης από αλεπού (μεταφορικά: μένω εμβρόντητος)
狐火 きつねび

ουσιαστικό

  1. 01 ωχρό φως που μοιάζει με φωτιά και εμφανίζεται σε αγρούς και βουνά τη νύχτα, ξωτικό φως, πλανόδιο φως, στοιχειόφως
狐狸 こり

ουσιαστικό

  1. 01 αλεπούδες και τανούκι
  2. 02 πανούργος τύπος, απατεώνας
狐に化かされる きつねにばかされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαπατώμαι από αλεπού
狐憑き きつねつき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάληψη από πνεύμα αλεπούς, άνθρωπος που είναι δαιμονισμένος από πνεύμα αλεπούς
狐疑 こぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμφιβολία, καχυποψία, δισταγμός, αναποφασιστικότητα
狐の嫁入り きつねのよめいり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βροχή ενώ λάμπει ο ήλιος, ξαφνική βροχή με ήλιο
  2. 02 πομπή από φώτα του βάλτου που εμφανίζονται τη νύχτα, παρέλαση από ψευδαίσθητα φώτα
狐塚 きつねづか

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά αλεπούς, λόφος αλεπούς, λαγούμι αλεπούς
狐と狸の化かし合い きつねとたぬきのばかしあい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι πονηριάς ανάμεσα σε δύο δόλιους χαρακτήρες, αμοιβαία εξαπάτηση μεταξύ μιας αλεπούς και ενός τανουκί
狐格子 きつねごうし

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυωτό πλέγμα
狐狗狸 こっくり

ουσιαστικό

  1. 01 κοκούρι, μέθοδος μαντείας παρόμοια με την περιστροφή τραπεζιού και τη χρήση πλακέτας
狐猿 きつねざる

ουσιαστικό

  1. 01 λεμούριος
狐狸妖怪 こりようかい

ουσιαστικό

  1. 01 απατεώνες, εξαπατητές, πλάσματα της νεράιδας, τέρατα, καλικάντζαροι
狐拳 きつねけん

ουσιαστικό

  1. 01 κιτσούνε-κεν, σόγια-κεν, παιχνίδι παρόμοιο με το πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, με χειρονομίες που αναπαριστούν την αλεπού, τον κυνηγό και τον κοινοτάρχη
狐が落ちる きつねがおちる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απαλλάσσομαι από την κατάληψη (από πνεύμα αλεπούς), απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας αλεπούς, εξορκίζομαι από μια αλεπού
狐疑逡巡 こぎしゅんじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε αμφιβολία και αδυνατώ να αποφασίσω, δισταγμός και αναποφασιστικότητα
狐うどん きつねうどん

ουσιαστικό

  1. 01 κίτσνε ουντόν (udon με τηγανητό τόφου)
狐臭 こしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 οσμή αλεπούς (για το κρασί)
狐狗狸さん こっくりさん

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκουρί, μέθοδος μαντείας παρόμοια με την περιστροφή τραπεζιού και τη χρήση πλακέτας