93 αποτελέσματα για «用»

用意 ようい N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προετοιμασία, διευθετήσεις, προμήθεια, ετοιμασία, στρώσιμο (π.χ. γεύματος)
よう N4

ουσιαστικό

  1. 01 δουλειά, υπόθεση, εργασία, θελήματα, απασχόληση
  2. 02 χρήση, σκοπός
  3. 03 για χρήση, χρησιμοποιείται για, φτιαγμένο για
  4. 04 ανάγκη (φυσιολογική), αφόδευση, ούρηση
用事 ようじ N4

ουσιαστικό

  1. 01 δουλειά, υποχρέωση, απασχόληση, θελήματα, υποθέσεις
用いる もちいる N3

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
用件 ようけん N1

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση, δουλειά, κάτι που πρέπει να γίνει, κάτι που πρέπει να εκτελεστεί, πληροφορία που πρέπει να μεταδοθεί
用がある ようがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω (επείγουσα) δουλειά, έχω κάτι να τακτοποιήσω, έχω κάτι να πω (σε κάποιον)
用心 ようじん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσοχή, προφύλαξη, φύλαξη, σύνεση
用途 ようと N2

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση, εξυπηρέτηση, σκοπός
用紙 ようし N1

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο, φόρμα
  2. 02 φύλλα χαρτιού, φύλλο χαρτιού
用心深い ようじんぶかい

επίθετο

  1. 01 προσεκτικός, επιφυλακτικός, καχύποπτος, άγρυπνος, ετοιμοπόλεμος, συνετός
用語 ようご N2

ουσιαστικό

  1. 01 όρος, ορολογία
  2. 02 διατύπωση, επιλογή λέξεων, φρασεολογία
用心棒 ようじんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματοφύλακας, πορτιέρης, φρουρός ασφαλείας
  2. 02 σύρτης πόρτας, μάνταλο
  3. 03 ραβδί ή κοντάρι για αυτοάμυνα
用具 ようぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο, μέσο, όργανο, εξοπλισμός
用済み ようずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωμένος, τελειωμένος, που έχει επιτελέσει τον σκοπό του, που έχει φέρει εις πέρας την εργασία του
用意周到 よういしゅうとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πολύ προσεκτικός, πλήρως προετοιμασμένος
用品 ようひん N1

ουσιαστικό

  1. 01 είδη, εφόδια (π.χ. είδη γραφείου), αντικείμενα (για), σκεύη, αγαθά, εξοπλισμός
用を足す ようをたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 διεκπεραιώνω μια δουλειά, πηγαίνω ένα θεληματάκι
  2. 02 ανακουφίζομαι, κάνω την ανάγκη μου, πηγαίνω στην τουαλέτα
用向き ようむき

ουσιαστικό

  1. 01 δουλειά, παραγγελία, σκοπός επίσκεψης
用立てる ようだてる

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ, αξιοποιώ
  2. 02 δανείζω χρήματα, προμηθεύω χρήματα
用法 ようほう N1

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος χρήσης, χρήση, οδηγίες χρήσης