28 αποτελέσματα για «眠»
眠る ねむる N4
ρήμα
- 01 κοιμάμαι
- 02 πεθαίνω, αναπαύομαι (εν ειρήνη), κείτομαι (θαμμένος), κοιμάμαι (στον τάφο)
- 03 μένω αδρανής (π.χ. για πόρους), μένω αχρησιμοποίητος, μένω ανεκμετάλλευτος, μένω ανέγγιχτος
- 04 κλείνω τα μάτια μου
眠い ねむい N4
επίθετο
- 01 νυσταγμένος, υπνηλός
眠り ねむり
ουσιαστικό
- 01 ύπνος
- 02 αδράνεια
- 03 θάνατος
眠気 ねむけ
ουσιαστικό
- 01 υπνηλία, νύστα
眠りにつく ねむりにつく
άλλο, ρήμα
- 01 αποκοιμιέμαι
眠りに落ちる ねむりにおちる
άλλο, ρήμα
- 01 αποκοιμιέμαι
眠たい ねむたい N1
επίθετο
- 01 υπνηλός, νυσταλέος
眠りこける ねむりこける
ρήμα
- 01 κοιμάμαι βαθιά, έχω πέσει σε βαθύ ύπνο
眠らす ねむらす
ρήμα
- 01 κοιμίζω
- 02 σκοτώνω
眠り込む ねむりこむ
ρήμα
- 01 αποκοιμιέμαι, κοιμάμαι βαθιά
眠り姫 ねむりひめ
ουσιαστικό
- 01 Ωραία Κοιμωμένη (παραμύθι)
眠りから覚める ねむりからさめる
άλλο, ρήμα
- 01 ξυπνώ από τον ύπνο μου
眠気覚まし ねむけざまし
ουσιαστικό
- 01 αγρύπνια, καταπολέμηση της υπνηλίας, μέθοδος για να παραμένει κανείς ξύπνιος
眠り薬 ねむりぐすり
ουσιαστικό
- 01 υπνωτικό φάρμακο, ναρκωτικό, αναισθητικό
眠気を誘う ねむけをさそう
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ υπνηλία, φέρνω νύστα
眠れる森の美女 ねむれるもりのびじょ
ουσιαστικό
- 01 Ωραία Κοιμωμένη (μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι)
眠らない街 ねむらないまち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πόλη που δεν κοιμάται ποτέ
眠剤 みんざい
ουσιαστικό
- 01 υπνωτικό χάπι
眠り病 ねむりびょう
ουσιαστικό
- 01 ασθένεια του ύπνου
眠り草 ねむりぐさ
ουσιαστικό
- 01 μιμόζα