91 αποτελέσματα για «確»

確り しっかり

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 σφιχτά (κρατώντας), σταθερά, με ασφάλεια
  2. 02 δυνατά (κατασκευασμένο), γερά, στιβαρά, σταθερά
  3. 03 κατάλληλα, καλά, επαρκώς, σκληρά (στην εργασία κ.λπ.), πλήρως, ολοκληρωτικά
  4. 04 αξιόπιστα, εχέφρονα, συνετά, έξυπνα
確かに たしかに

επίρρημα

  1. 01 σίγουρα, βέβαια, ασφαλώς
確認 かくにん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβεβαίωση, εξακρίβωση, επαλήθευση, επικύρωση, έλεγχος, ταυτοποίηση, αναγνώριση
確か たしか N4

επίθετο, επίρρημα

  1. 01 σίγουρος, βέβαιος, θετικός, οριστικός
  2. 02 αξιόπιστος, εμπιστοσύνης, ασφαλής, σταθερός, ακριβής, σωστός
  3. 03 αν δεν κάνω λάθος, αν θυμάμαι καλά, αν θυμάμαι σωστά
確実 かくじつ N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βέβαιος, σίγουρος, οριστικός, αξιόπιστος, σταθερός, στέρεος, ασφαλής
確かめる たしかめる N3

ρήμα

  1. 01 σιγουρεύομαι, ελέγχω, διαπιστώνω, επιβεβαιώνω, εξακριβώνω
確信 かくしん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεποίθηση, πίστη, εμπιστοσύνη, σιγουριά
確保 かくほ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξασφαλίζω, αποκτώ, διασφαλίζω, εγγύηση, διατηρώ
  2. 02 ασφαλίζω, ασφάλιση (με σχοινί)
確率 かくりつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πιθανότητα, ενδεχόμενο, πιθανότητες
確定 かくてい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφαση, διευθέτηση, επιβεβαίωση, καθιέρωση
確証 かくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τελεσίδικη απόδειξη, ακράδαντη απόδειξη, οριστική απόδειξη, επιβεβαίωση
確立 かくりつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθιέρωση, εγκαθίδρυση, σύσταση
確固 かっこ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σταθερός, ακλόνητος, αποφασιστικός
確執 かくしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διχόνοια, ανταγωνισμός
かく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 βέβαιος, ορισμένος
確約 かくやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταθερή υπόσχεση, σαφής δέσμευση
確たる かくたる

άλλο

  1. 01 βέβαιος, οριστικός, σαφής, αξιόπιστος
確実性 かくじつせい

ουσιαστικό

  1. 01 βεβαιότητα, σιγουριά
確定的 かくていてき

επίθετο

  1. 01 καθοριστικός, βέβαιος, αποφασισμένος, σταθερός, οριστικός
確かめ たしかめ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβεβαίωση, εξακρίβωση, πιστοποίηση