22 αποτελέσματα για «稼»
稼ぐ かせぐ N3
ρήμα
- 01 κερδίζω, βγάζω χρήματα
- 02 κερδίζω (πόντους, νίκη), κερδίζω χρόνο
- 03 δουλεύω σκληρά, κοπιάζω, μοχθώ
稼ぎ かせぎ
ουσιαστικό
- 01 αποδοχές, κέρδη
稼働 かどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λειτουργία (μηχανήματος), δράση
- 02 εργασία (και κερδοφορία), φόρτος εργασίας, δραστηριότητα
- 03 ανάπτυξη (π.χ. σε περιβάλλον παραγωγής), έκδοση, διάθεση
稼業 かぎょう
ουσιαστικό
- 01 επάγγελμα, εργασία, απασχόληση, δουλειά
稼ぎ時 かせぎどき
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλη εποχή για κέρδος, πιο κερδοφόρα περίοδος, περίοδος αιχμής
稼働中 かどうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σε λειτουργία, εν ενεργεία, ενεργός
稼働率 かどうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό λειτουργίας, ποσοστό αξιοποίησης, ποσοστό πληρότητας, συντελεστής διαθεσιμότητας
稼ぎ頭 かせぎがしら
ουσιαστικό
- 01 κύριος τροφοδότης της οικογένειας, ο μεγαλύτερος παραγωγός εσόδων
稼ぎ出す かせぎだす
ρήμα
- 01 κερδίζω, βγάζω χρήματα, εξασφαλίζω, αποκτώ
稼働時間 かどうじかん
ουσιαστικό
- 01 ώρες λειτουργίας (μηχανήματος κ.λπ.), χρόνος συνεχούς λειτουργίας
稼ぎ手 かせぎて
ουσιαστικό
- 01 αυτός που συντηρεί την οικογένεια, εργατικός άνθρωπος
稼ぎ高 かせぎだか
ουσιαστικό
- 01 κέρδη, απολαβές
稼ぎ方 かせぎかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος κέρδους, μέθοδος απόκτησης χρημάτων
稼ぐに追いつく貧乏なし かせぐにおいつくびんぼうなし
άλλο
- 01 η φτώχεια δεν πλησιάζει τον εργατικό άνθρωπο, η επιμέλεια είναι η μητέρα της καλής τύχης
稼ぎ人 かせぎにん
ουσιαστικό
- 01 οικογενειακός συντηρητής, σκληρά εργαζόμενος
稼ぎ取る かせぎとる
ρήμα
- 01 κερδίζω χρήματα μέσω εργασίας
稼穡 かしょく
ουσιαστικό
- 01 σπορά και θερισμός, γεωργία
稼げる かせげる
ρήμα
- 01 εργάζομαι, βγάζω χρήματα
稼働人口 かどうじんこう
ουσιαστικό
- 01 εργατικό δυναμικό
稼働率指数 かどうりつしすう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης ποσοστού χρησιμοποίησης παραγωγικής ικανότητας, δείκτης αξιοποίησης παραγωγικής δυναμικότητας