82 αποτελέσματα για «糸»
糸 いと N4
ουσιαστικό
- 01 νήμα, κλωστή, σπάγκος
糸を引く いとをひく
άλλο, ρήμα
- 01 κινώ τα νήματα, διευθύνω τα πράγματα από το παρασκήνιο
- 02 εκτείνομαι (και συνεχίζω), παρατείνομαι
糸口 いとぐち
ουσιαστικό
- 01 αρχή, απαρχή, πρώτο βήμα
- 02 στοιχείο, ένδειξη, αφορμή
- 03 άκρη κλωστής
糸目 いとめ
ουσιαστικό
- 01 λεπτή γραμμή
- 02 βάρος νήματος
- 03 σχιστομάτης
糸を通す いとをとおす
άλλο, ρήμα
- 01 περνώ κλωστή (π.χ. σε βελόνα, χάντρες κ.λπ.)
糸 し
ουσιαστικό, άλλο
- 01 νήμα, κλωστή
- 02 ένα δέκατο χιλιοστό (0,0001)
糸くず いとくず
ουσιαστικό
- 01 απορρίμματα κλωστής, χνούδι, χνουδωτό υπόλειμμα
糸を張る いとをはる
άλλο, ρήμα
- 01 τεντώνω νήμα
糸状 しじょう
ουσιαστικό
- 01 νηματοειδής, κλωστώδης, γραμμικός, ινώδης, νηματόμορφος
糸巻き いとまき
ουσιαστικό
- 01 καρούλι (κλωστής), μπομπίνα
- 02 κλειδί κουρδίσματος (μουσικού οργάνου)
糸車 いとぐるま
ουσιαστικό
- 01 ανέμη, ροδάνι
糸杉 いとすぎ
ουσιαστικό
- 01 κυπαρίσσι (Cupressus sp.)
糸電話 いとでんわ
ουσιαστικό
- 01 τηλέφωνο κατασκευασμένο από δύο κονσέρβες και ένα κομμάτι σπάγκο
糸鋸 いとのこ
ουσιαστικό
- 01 σεγάτσα, πριόνι λεπτομέρειας, σιδηροπρίονο χειρός
糸瓜 へちま
ουσιαστικό
- 01 λούφα (Luffa aegyptiaca), αιγυπτιακό αγγούρι, βιετναμέζικη λούφα, νεροκολοκύθα
- 02 λούφα (σφουγγάρι μπάνιου), σφουγγάρι φυτικής προέλευσης
- 03 άχρηστο πράγμα, ασήμαντο πράγμα
糸玉 いとだま
ουσιαστικό
- 01 κουβάρι νήματος, κουβάρι
糸切り歯 いときりば
ουσιαστικό
- 01 κυνόδοντας
糸こんにゃく いとこんにゃく
ουσιαστικό
- 01 κοφινιάκου κομμένο σε λεπτές ίνες, νουντλς από κοφινιάκου
糸繰り いとくり
ουσιαστικό
- 01 ανεμιστήρας κλωστής, ανέμη
- 02 ανεμίστρια
糸魚 いとよ
ουσιαστικό
- 01 γκαστερόστεος (Gasterosteus aculeatus), γνωστό και ως ακανθοράχη