31 αποτελέσματα για «系»

けい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα, γενεά, ομάδα, καταγωγή
  2. 02 πόρισμα, επακόλουθο
  3. 03 σύστημα (γεωλογικό, σύνολο στρωμάτων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο)
  4. 04 σειρά (ταξινομική)
  5. 05 -τύπου, -ειδής, -κά, -περίπου
系統 けいとう N2

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα
  2. 02 γενιά, καταγωγή, οικογενειακή γραμμή
  3. 03 ομάδα (π.χ. χρωμάτων), οικογένεια (π.χ. γλωσσών), παράταξη, σχολή (σκέψης)
  4. 04 στενή (εξελικτική) συγγένεια
  5. 05 πληθυσμός με κοινό πρόγονο (στη γενετική), στέλεχος (π.χ. βακτηριακό)
系列 けいれつ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, αλληλουχία, σύστημα, διαδοχή
  2. 02 κεϊρέτσου (οικονομικός όμιλος), συσσωμάτωση επιχειρήσεων που συνδέονται με αμοιβαίες συμμετοχές
  3. 03 συνδεδεμένος, θυγατρικός
系譜 けいふ

ουσιαστικό

  1. 01 γενεαλογία, καταγωγή, γενεαλογικό δέντρο, γενεαλογική σειρά
系図 けいず

ουσιαστικό

  1. 01 γενεαλογικό δέντρο, καταγωγή, γενεαλογία
系統的 けいとうてき

επίθετο

  1. 01 συστηματικός
系列会社 けいれつがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδεδεμένη εταιρεία
系統樹 けいとうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλογενετικό δέντρο, γενεαλογικό δέντρο, οικογενειακό δέντρο, εξελικτικό δέντρο, δενδρόγραμμα
系統立てる けいとうだてる

ρήμα

  1. 01 συστηματοποιώ, οργανώνω
系統発生 けいとうはっせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλογένεση
系外惑星 けいがいわくせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξωπλανήτης, εξωηλιακός πλανήτης
系列化 けいれつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τακτοποίηση σε σειρά, συστηματοποίηση
系列子会社 けいれつこがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κεϊρέτσου θυγατρική εταιρεία
系図学 けいずがく

ουσιαστικό

  1. 01 γενεαλογία
系統学 けいとうがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλογενετική
系列関係 けいれつかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 παραδειγματική σχέση
系列的 けいれつてき

επίθετο

  1. 01 παραδειγματικός, αρχετυπικός, αντιπροσωπευτικός
系統群 けいとうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 κλάδος, συγγενική ομάδα
系統分類 けいとうぶんるい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλογενετική ταξινόμηση, φυλογενετική συστηματική
系統神学 けいとうしんがく

ουσιαστικό

  1. 01 συστηματική θεολογία