69 αποτελέσματα για «納»

納得 なっとく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συναίνεση, συμφωνία, αποδοχή
  2. 02 κατανόηση, ικανοποίηση (π.χ. με μια εξήγηση), πειθώ
納得がいく なっとくがいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδέχομαι (π.χ. μια εξήγηση), ικανοποιούμαι (από κάτι), συναινώ (σε κάτι)
納品 のうひん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση εμπορευμάτων
納豆 なっとう

ουσιαστικό

  1. 01 νάτο (ζυμωμένα φασόλια σόγιας)
納屋 なや

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, αχυρώνας, υπόστεγο, βοηθητικό κτίσμα
納期 のうき

ουσιαστικό

  1. 01 προθεσμία παράδοσης, χρόνος παράδοσης, ημερομηνία πληρωμής, περίοδος πληρωμής, καταληκτική ημερομηνία
納入 のうにゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρωμή (φόρων, τελών κ.λπ.)
  2. 02 προμήθεια (αγαθών), παράδοση
納戸 なんど

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη, κλειστός χώρος αποθήκευσης
  2. 02 γκριζογάλανος
納税 のうぜい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβολή φόρων
納刀 のうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθέτηση σπαθιού στη θήκη, επιστροφή σπαθιού στο θηκάρι του (νόουτο)
納涼 のうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση δροσιάς (δίπλα στο ποτάμι κ.λπ.) για την απόλαυση του δροσερού αεριού
納め おさめ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, τελευταία φορά, ολοκλήρωση, κλείσιμο
納骨 のうこつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθέτηση της τέφρας (ενός προσώπου) σε τεφροδόχο (ή σε τάφο ή οστεοφυλάκιο), ενταφιασμός της τέφρας
納税者 のうぜいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φορολογούμενος
納得ずく なっとくずく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκαταβατικός, με τη σύμφωνη γνώμη (π.χ. για να κάνει κάποιος κάτι), με τη συναίνεση κάποιου
納骨堂 のうこつどう

ουσιαστικό

  1. 01 οστεοφυλάκιο, κρύπτη, κοιμητήριο
納品書 のうひんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο αποστολής, σημείωμα παράδοσης
納車 のうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση οχήματος (στον νέο του ιδιοκτήτη)
納付 のうふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρωμή, καταβολή, παροχή
納所 なっしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ναός ή γραφείο ναού (για τη λήψη προσφορών ή δωρεών)
  2. 02 γραφείο για την αποθήκευση των φόρων γης