134 αποτελέσματα για «組»
組む くむ N3
ρήμα
- 01 σταυρώνω (πόδια ή χέρια), ενώνω (χέρια)
- 02 συνδυάζω, συνθέτω, κατασκευάζω, συναρμολογώ, παράγω (π.χ. τηλεοπτική εκπομπή)
- 03 πλέκω
- 04 παλεύω, συμπλέκομαι
- 05 ενώνω, συμμετέχω, συνδέομαι, συμμαχώ
- 06 στοιχιοθετώ (π.χ. κείμενο)
- 07 εκδίδω (π.χ. χρηματική εντολή)
組 くみ N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 τάξη (μαθητών)
- 02 ομάδα (ατόμων), παρέα, ομάδα, πλήρωμα
- 03 παρτίδα, μάτσο, σύνολο
- 04 εγκληματική οικογένεια, συνδικάτο οργανωμένου εγκλήματος
- 05 σετ (αντικειμένων), συλλογή, τράπουλα, πακέτο
- 06 στοιχειοθεσία, σύνθεση
組織 そしき N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οργάνωση, σχηματισμός
- 02 δομή, κατασκευή, διάταξη, σύσταση
- 03 σύστημα (π.χ. σιδηροδρομικό, μεταφορών, κόμματος κ.λπ.)
- 04 ιστός
- 05 υφή (πετρώματος)
- 06 ύφανση (υφάσματος)
組み合わせ くみあわせ
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός, ποικιλία, συλλογή, σετ, σύνθεση
- 02 αντιστοίχιση, ταίριασμα (σε αγώνα), ζευγάρωμα
- 03 συνδυασμός
組み合わせる くみあわせる N1
ρήμα
- 01 συναρμολογώ, συνδυάζω, ενώνω, συνενώνω
- 02 κληρώνω αντίπαλο (π.χ. σε ένα άθλημα)
組み立てる くみたてる N2
ρήμα
- 01 συναρμολογώ, συνθέτω, στήνω, κατασκευάζω, χτίζω, δομώ (μια ιστορία, ποίημα κ.λπ.)
- 02 σχηματίζω (λέξεις, προτάσεις κ.λπ.)
組み込む くみこむ N1
ρήμα
- 01 εισάγω, συμπεριλαμβάνω, ενσωματώνω, εγκαθιστώ, ενθέτω
組合 くみあい N3
ουσιαστικό
- 01 ένωση, συνδικάτο, συντεχνία
組み上げる くみあげる
ρήμα
- 01 συνθέτω, συναρμολογώ
組織的 そしきてき
επίθετο
- 01 συστηματικός, οργανωμένος, οργανωτικός
組み伏せる くみふせる
ρήμα
- 01 ακινητοποιώ κάποιον στο έδαφος, παλεύω κάποιον μέχρι να πέσει κάτω
組み立て くみたて
ουσιαστικό
- 01 κατασκευή, πλαίσιο, ανέγερση, συναρμολόγηση, συγκρότηση, οργάνωση
組長 くみちょう
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός (κυρίως σε συμμορίες γιακούζα), επιστάτης
組み敷く くみしく
ρήμα
- 01 καταβάλλω, ακινητοποιώ, καθηλώνω
組み合わさる くみあわさる
ρήμα
- 01 πλέκομαι, συναρμόζομαι, συνδυάζομαι, αναμειγνύομαι
組み直す くみなおす
ρήμα
- 01 επαναπρογραμματίζω, ανασυνθέτω, ξανασταυρώνω (τα πόδια μου), επαναρυθμίζω
組成 そせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνθεση, σύσταση
- 02 σύνθεση (μορίου, ένωσης κ.λπ.), αναλογία συστατικών, σχετική αναλογία στοιχείων
組み替える くみかえる
ρήμα
- 01 αναδιατάσσω (τάξεις), ανασυνθέτω, επαναρυθμίζω, ανασυνδυάζω (γονίδια)
組み合う くみあう
ρήμα
- 01 σχηματίζω εταιρική σχέση ή σύμπραξη, ενώνομαι, συμπλέκομαι
組員 くみいん
ουσιαστικό
- 01 μέλος (συγκεκριμένα εγκληματικής οργάνωσης), μέλος συμμορίας, γκάνγκστερ, μέλος γιακούζα, μέλος εγκληματικού συνδικάτου