101 αποτελέσματα για «線»
線 せん N4
ουσιαστικό
- 01 γραμμή, ρίγα
- 02 γραμμή (π.χ. τηλεφωνική), καλώδιο
- 03 ακτίνα (π.χ. ακτίνα Χ), δέσμη
- 04 γραμμή (π.χ. σιδηροδρομική), τροχιά, διαδρομή, λωρίδα
- 05 περίγραμμα, μορφή
- 06 επίπεδο
- 07 διαίρεση, τμήμα
- 08 γραμμή (π.χ. δράσης), θέση, προσέγγιση, πολιτική, αρχή
- 09 εντύπωση που αφήνω, ύφος, αέρας
線路 せんろ N2
ουσιαστικό
- 01 σιδηροδρομική γραμμή, σιδηρόδρομος
線を引く せんをひく
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω μια γραμμή
線引き せんびき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οριοθέτηση, διαχωρισμός
- 02 χάραξη γραμμής (π.χ. ανάμεσα στο αποδεκτό και το απαράδεκτο)
- 03 χάρακας (για μέτρηση)
線香 せんこう
ουσιαστικό
- 01 στικ θυμιάματος, αρωματικό στικ
線香花火 せんこうはなび
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδια πυροτεχνήματα, σπινθηριστές
線が細い せんがほそい
άλλο, επίθετο
- 01 ευαίσθητος, εύθραυστος, αδύναμος, αναποφάσιστος
線上 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 πάνω σε γραμμή
- 02 στα όρια, στο χείλος, στο σημείο
線画 せんが
ουσιαστικό
- 01 γραμμικό σχέδιο
線香をあげる せんこうをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 προσφέρω θυμίαμα (για κάποιον εκλιπόντα), ανάβω στικ θυμιάματος
線路脇 せんろわき
ουσιαστικό
- 01 τάφρος δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή
線虫 せんちゅう
ουσιαστικό
- 01 νηματώδης
線状 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 γραμμικός
線条痕 せんじょうこん
ουσιαστικό
- 01 χαρακτές γραμμές από την κάννη σε βλήμα που έχει εκπυρσοκροτήσει
線分 せんぶん
ουσιαστικό
- 01 ευθύγραμμο τμήμα
線形 せんけい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 γραμμικός
線の太い せんのふとい
άλλο, επίθετο
- 01 ψύχραιμος, αποφασιστικός
線条 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 γραμμή, λωρίδα
線量 せんりょう
ουσιαστικό
- 01 δόση (ραδιενέργειας)
線対称 せんたいしょう
ουσιαστικό
- 01 γραμμική συμμετρία, συμμετρία ανάκλασης, αξονική συμμετρία