79 αποτελέσματα για «縁»

えん N3

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα, πεπρωμένο (ειδικά ως μια μυστηριώδης δύναμη που δένει δύο ανθρώπους)
  2. 02 σχέση (π.χ. μεταξύ δύο ανθρώπων), δεσμός, σύνδεση, επαφή
  3. 03 οικογενειακοί δεσμοί, συγγένεια
  4. 04 ευκαιρία, τύχη (να γνωρίσεις κάποιον και να ξεκινήσεις μια σχέση)
  5. 05 πρατιάγια (έμμεσες συνθήκες, σε αντίθεση με τις άμεσες αιτίες)
  6. 06 στενή ανοιχτή βεράντα
縁談 えんだん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρόταση γάμου, προξενιό
縁側 えんがわ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ενγκάουα, εξωτερικός διάδρομος στην εξωτερική πλευρά των παραδοσιακών ιαπωνικών κατοικιών
  2. 02 οστό στη βάση πτερυγίου (ειδικά στα πλατύψαρα), κρέας στη βάση πτερυγίου
ふち N3

ουσιαστικό

  1. 01 στεφάνη, χείλος, άκρη, περιθώριο
縁を切る えんをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κόβω τις σχέσεις (με κάποιον, ειδικότερα με συγγενή ή σύζυγο), διακόπτω κάθε δεσμό
縁がない えんがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν έχω καμία σχέση με, δεν έχω τύχη με, δεν είμαι προορισμένος για
縁のない えんのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 άσχετος, ασύνδετος
縁遠い えんどおい

επίθετο

  1. 01 ασύνδετος, χαλαρά συνδεδεμένος, ξένος, απρόσιτος (πέρα από τα μέσα ή τις δυνατότητες κάποιου)
  2. 02 που έχει ελάχιστες προοπτικές γάμου
縁取る ふちどる

ρήμα

  1. 01 πλαισιώνω, περιθωριάζω, στριφώνω, περιβάλλω
縁がある えんがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω γραφτό, συνδέομαι από τη μοίρα
縁起でもない えんぎでもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 κακότυχος, δυσοίωνος
縁起 えんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 οιωνός, σημάδι τύχης
  2. 02 προέλευση, ιστορία, αιτιότητα
  3. 03 εξαρτημένη προέλευση (το δόγμα ότι τα πάντα έχουν μια αιτία και τίποτα δεν προκύπτει από το μηδέν)
縁者 えんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενής, οικείος
縁日 えんにち

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ ναού, πανηγύρι, εορταστική ημέρα, ημέρα αφιερωμένη σε μια συγκεκριμένη θεότητα που θεωρείται ότι φέρνει θεϊκή ευλογία σε όσους τη γιορτάζουν
縁故 えんこ

ουσιαστικό

  1. 01 συγγένεια, διασύνδεση, οικειότητα
縁取り ふちどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρίφωμα, περίγραμμα
へり N1

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη (ποταμού, δάσους κ.λπ.), έρεισμα (δρόμου)
  2. 02 χείλος, στεφάνη, στρίφωμα, περιθώριο, κρόσσι, ουλή υφάσματος
  3. 03 υφασμάτινο τελείωμα (ψάθας τατάμι κ.λπ.), μπορντούρα
縁を結ぶ えんをむすぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνδέομαι (μέσω γάμου, υιοθεσίας κ.λπ.)
  2. 02 συνδέομαι (με τον Βούδα)
縁結び えんむすび

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος, δεσμός γάμου, ερωτικός δεσμός
  2. 02 πνευματική σύνδεση (με πρόσωπο ή αντικείμενο), πνευματικός δεσμός, μοιραία σύνδεση
縁組 えんぐみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη οικογενειακού δεσμού (μέσω υιοθεσίας, γάμου κ.λπ.)
  2. 02 υιοθεσία