152 αποτελέσματα για «脱»
脱ぐ ぬぐ N5
ρήμα
- 01 βγάζω (ρούχα, παπούτσια κ.λπ.), γδύνομαι
脱出 だっしゅつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φυγή, απόδραση, διαφυγή, έξοδος
- 02 πρόπτωση
脱する だっする N1
ρήμα
- 01 διαφεύγω, ξεφεύγω, αποδρά
脱がす ぬがす
ρήμα
- 01 βγάζω τα ρούχα από κάποιον, γδύνω κάποιον
脱力 だつりょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απώλεια δύναμης, εξάντληση, αδυναμία
脱ぎ捨てる ぬぎすてる
ρήμα
- 01 βγάζω βιαστικά (ρούχα), πετώ (ρούχα), βγάζω με μια κίνηση (παπούτσια)
- 02 αποβάλλω (παλιές ιδέες, συνήθειες κ.λπ.), απορρίπτω
脱走 だっそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόδραση, φυγή, δραπέτευση, εγκατάλειψη
脱げる ぬげる
ρήμα
- 01 βγαίνω, γλιστρώ, πέφτω
脱落 だつらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εγκατάλειψη, οπισθοχώρηση, απομάκρυνση, λιποταξία
- 02 παράλειψη, έλλειψη, απολεσθέν μέρος
- 03 πτώση, αποκόλληση, αποβολή
脱線 だっせん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτροχιασμός
- 02 παρέκβαση, παρέκκλιση
脱衣所 だついじょ
ουσιαστικό
- 01 προθάλαμος μπάνιου, αποδυτήριο, χώρος νιπτήρα
- 02 αποδυτήριο (σε λουτρό, κολυμβητήριο κ.λπ.)
脱 だつ
πρόθημα
- 01 απο- (δηλώνει αναστροφή, αφαίρεση, κ.λπ.), μετα-
脱獄 だつごく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόδραση από τη φυλακή
- 02 ξεκλείδωμα συστήματος (για smartphone, κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών κ.λπ.)
脱却 だっきゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαλλαγή, αποδέσμευση, ξεπέρασμα, χειραφέτηση
脱力感 だつりょくかん
ουσιαστικό
- 01 πνευματική νωθρότητα, ατονία, αίσθημα εξάντλησης, λήθαργος
脱皮 だっぴ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκδύση, αποβολή (δέρματος), απολέπιση, πτερόρροια, αλλαγή δέρματος
- 02 απελευθέρωση, ρήξη με το παρελθόν (συμβάσεις κ.λπ.)
脱退 だったい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποχώρηση (π.χ. από έναν οργανισμό), απόσχιση, έξοδος, απεμπλοκή
脱帽 だつぼう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκάλυψη της κεφαλής, βγάλσιμο του καπέλου
- 02 θαυμασμός για κάποιον, αναγνώριση της αξίας κάποιου, βγάζω το καπέλο σε κάποιον
脱兎のごとく だっとのごとく
άλλο, επίρρημα
- 01 με μεγάλη ταχύτητα, όσο πιο γρήγορα γίνεται, αστραπιαία
脱落者 だつらくしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτός που εγκαταλείπει, λιποτάκτης, αποχωρήσας