143 αποτελέσματα για «腹»
腹 はら N3
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 κοιλιά, στομάχι
- 02 μήτρα
- 03 το μυαλό, οι πραγματικές προθέσεις, το αληθινό κίνητρο
- 04 κουράγιο, νεύρο, θέληση
- 05 γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία
- 06 συναισθήματα, αισθήματα
- 07 πλατύ μεσαίο μέρος, φουσκωτό μέρος
- 08 μέσα, εσωτερικό, εσωτερικό μέρος
- 09 αντιδεσμός
- 10 μετρητής για σκληρά αυγά ψαριού (π.χ. χαβιάρι)
- 11 μετρητής για δοχεία με φουσκωτό μέσο (π.χ. κατσαρόλες, βάζα)
腹が立つ はらがたつ
άλλο, ρήμα
- 01 θυμώνω, προσβάλλομαι, παρεξηγούμαι, οργίζομαι, γίνομαι έξαλλος
腹立たしい はらだたしい
επίθετο
- 01 ενοχλητικός, εκνευριστικός, αναστατωτικός, εξοργιστικός, θυελλώδης, αγανακτισμένος, προκλητικός
腹を立てる はらをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 θυμώνω, οργίζομαι, εκνευρίζομαι, βγαίνω εκτός εαυτού
腹部 ふくぶ
ουσιαστικό
- 01 κοιλιά, κοιλιακή χώρα
- 02 μέσο μέρος
腹が減る はらがへる
άλλο, ρήμα
- 01 πεινάω
腹立つ はらだつ
ρήμα
- 01 θυμώνω
腹の中 はらのなか
ουσιαστικό, άλλο
- 01 στην κοιλιά
- 02 στα κατάβαθα της καρδιάς
腹筋 ふっきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοιλιακοί μύες, κοιλιακοί
- 02 κάμψεις κορμού (άσκηση)
腹減った はらへった
άλλο
- 01 πεινάω
腹黒い はらぐろい
επίθετο
- 01 κακόβουλος, μοχθηρός, δολοπλόκος, αχρείος, κακόκαρδος
腹を抱える はらをかかえる
άλλο, ρήμα
- 01 ξεκαρδίζομαι στα γέλια, κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια
腹心 ふくしん
ουσιαστικό
- 01 έμπιστος, έμπιστος φίλος, πιστός ακόλουθος
腹痛 ふくつう
ουσιαστικό
- 01 πόνος στο στομάχι, κοιλιακό άλγος
腹をくくる はらをくくる
άλλο, ρήμα
- 01 προετοιμάζομαι για τα χειρότερα, ενισχύω την αποφασιστικότητά μου, αποδέχομαι τη μοίρα μου, προετοιμάζομαι
腹いせ はらいせ
ουσιαστικό
- 01 αντεκδίκηση, εκδίκηση
腹ごしらえ はらごしらえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γεύμα πριν από μια δραστηριότητα, ενδυνάμωση με ένα γεύμα
腹を切る はらをきる
άλλο, ρήμα
- 01 διαπράττω σεπούκου, διαπράττω χαρακίρι
- 02 αναλαμβάνω την ευθύνη (και παραιτούμαι)
- 03 ξεκαρδίζομαι στα γέλια
腹の虫 はらのむし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ασκαρίδα (γένος παρασιτικών σκωλήκων), εντερικό σκουλήκι
- 02 συναισθήματα που επηρεάζουν τη διάθεση κάποιου
- 03 γουργουρητό στομάχου
腹いっぱい はらいっぱい
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 χορτάτος, έχω γεμάτο στομάχι
- 02 μέχρι σκασμού, όσο τραβάει η όρεξη κάποιου