52 αποτελέσματα για «裸»
裸 はだか N3
ουσιαστικό
- 01 γύμνια
- 02 γύμνια, απογύμνωση, το να είναι κανείς ακάλυπτος
- 03 αφραγκία, το να είναι κανείς άφραγκος
- 04 ειλικρίνεια, διαφάνεια, το να μην κρύβει κανείς τίποτα
裸足 はだし N1
ουσιαστικό
- 01 ξυπόλητος
- 02 ανώτερος από (π.χ. έναν επαγγελματία), που ξεπερνά, που επισκιάζει
裸体 らたい
ουσιαστικό
- 01 γυμνό σώμα, γυμνότητα
裸になる はだかになる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω τα ρούχα μου, γδύνομαι, απογυμνώνομαι, μένω γυμνός
裸身 らしん
ουσιαστικό
- 01 γυμνό σώμα
- 02 γυμνό σπαθί
裸エプロン はだかエプロン
ουσιαστικό
- 01 γυμνός φορώντας μόνο ποδιά, εμφάνιση όπου κάποιος δεν φορά τίποτα άλλο εκτός από ποδιά
裸眼 らがん
ουσιαστικό
- 01 γυμνό μάτι (δηλαδή χωρίς γυαλιά, φακούς επαφής κ.λπ.), διορθωμένη όραση, μη υποβοηθούμενη όραση
裸の付き合い はだかのつきあい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ειλικρινής σχέση χωρίς προσχήματα
- 02 κοινωνική συναναστροφή με γυμνό σώμα (π.χ. σε δημόσιο λουτρό)
裸電球 はだかでんきゅう
ουσιαστικό
- 01 γυμνός λαμπτήρας (χωρίς αμπαζούρ ή προστατευτικό κάλυμμα)
裸踊り はだかおどり
ουσιαστικό
- 01 γυμνός χορός, χορεύω γυμνός, στριπτίζ, παράσταση στριπτίζ
裸一貫 はだかいっかん
ουσιαστικό
- 01 έχω μόνο το σώμα μου, έχω άδειες τσέπες, είμαι απένταρος
裸婦 らふ
ουσιαστικό
- 01 γυμνή γυναίκα, γυμνό γυναικείο σώμα
裸の王様 はだかのおうさま
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο υψηλού κύρους με διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας, γυμνός βασιλιάς
裸族 らぞく
ουσιαστικό
- 01 γυμνή φυλή
- 02 άτομα που συνηθίζουν να είναι γυμνά (ή ημίγυμνα) στο σπίτι, σε δωμάτια ξενοδοχείων κ.λπ.
- 03 άτομα που χρησιμοποιούν το smartphone (ή άλλη φορητή συσκευή) τους χωρίς θήκη
裸馬 はだかうま
ουσιαστικό
- 01 άλογο χωρίς σέλα
裸形 らぎょう
ουσιαστικό
- 01 γύμνια, γυμνό σώμα
裸女 らじょ
ουσιαστικό
- 01 γυμνή γυναίκα
裸婦画 らふが
ουσιαστικό
- 01 γυμνό (ζωγραφικός πίνακας)
裸男 はだかおとこ
ουσιαστικό
- 01 γυμνός άντρας
裸像 らぞう
ουσιαστικό
- 01 γυμνό (άγαλμα, πίνακας, μορφή)