147 αποτελέσματα για «観»

観察 かんさつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατήρηση, έρευνα, επισκόπηση, παρακολούθηση
観念 かんねん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδέα, έννοια, αντίληψη
  2. 02 αίσθηση (π.χ. καθήκοντος)
  3. 03 παραίτηση, αποδοχή (της μοίρας), ετοιμότητα
  4. 04 παρατήρηση και στοχασμός, διαλογισμός
観客 かんきゃく N3

ουσιαστικό

  1. 01 θεατής, κοινό
観光 かんこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιήγηση, τουρισμός
観測 かんそく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατήρηση, έρευνα, μέτρηση
  2. 02 γνώμη, πρόβλεψη, σκέψη
観点 かんてん N1

ουσιαστικό

  1. 01 άποψη, οπτική γωνία, σκοπιά, προοπτική, πλευρά
観光客 かんこうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 τουρίστας, επισκέπτης
観戦 かんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση αθλητικού αγώνα, θεαματική παρακολούθηση, παρατήρηση (στρατιωτικών επιχειρήσεων)
観客席 かんきゃくせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέσεις θεατών, κερκίδες, αμφιθέατρο, στάδιο
かん

ουσιαστικό

  1. 01 όψη, εμφάνιση
  2. 02 θέαμα, θέα
  3. 03 παρατήρηση, διαλογισμός
  4. 04 άποψη, θεώρηση
観衆 かんしゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 θεατές, παρευρισκόμενοι, κοινό
観光地 かんこうち

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικός προορισμός, περιοχή αξιοθέατων
観覧車 かんらんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λούνα παρκ, ρόδα
観賞 かんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θαυμασμός, εκτίμηση, απόλαυση, θέαση (για ευχαρίστηση)
観察眼 かんさつがん

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα παρατήρησης, οξύνοια
観葉植物 かんようしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλωπιστικό φυτό (με έμφαση στο φύλλωμα), φυτό εσωτερικού χώρου
観音 かんのん

ουσιαστικό

  1. 01 Αβαλοκιτεσβάρα (μποντισάτβα), Αβαλοκιτεσβάρα, Κάννον, Κουάννον, Γκουανγίν, βουδιστική θεότητα του ελέους
観光名所 かんこうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τουριστικό αξιοθέατο, πόλος έλξης επισκεπτών
観察力 かんさつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητικότητα
観劇 かんげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση θεατρικής παράστασης