81 αποτελέσματα για «誤»
誤解 ごかい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρανόηση
誤魔化す ごまかす
ρήμα
- 01 εξαπατώ, κοροϊδεύω, απατώ
- 02 πλαστογραφώ, παραποιώ, διαστρεβλώνω, λέω ψέματα, μαγειρεύω (π.χ. στοιχεία)
- 03 αποφεύγω (ερώτηση, φόρους), συγκαλύπτω (λάθη, σφάλματα), κουκουλώνω, δικαιολογώ, ξεγλιστρώ
- 04 υπεξαιρώ, τσεπώνω
誤る あやまる N1
ρήμα
- 01 κάνω λάθος, σφάλω
- 02 κάνω λάθος, είμαι λανθασμένος, πλανιέμαι
- 03 παραπλανώ, οδηγώ σε λάθος δρόμο
誤り あやまり N3
ουσιαστικό
- 01 σφάλμα, λάθος, παραδρομή, προγραμματιστικό σφάλμα
誤算 ごさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένος υπολογισμός, λανθασμένη εκτίμηση
誤差 ごさ N1
ουσιαστικό
- 01 σφάλμα μέτρησης, σφάλμα υπολογισμού
- 02 απόκλιση, διαφοροποίηση, διαφορά, χάσμα
誤魔化し ごまかし
ουσιαστικό
- 01 απάτη, εξαπάτηση, τεχνασμα, χειραγώγηση, ταχυδακτυλουργία, παραποίηση, προπέτασμα καπνού, καμουφλάζ, οφθαλμαπάτη, ευκολία
誤認 ごにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη αναγνώριση, παρανόηση (το x ως y)
誤 ご
ουσιαστικό
- 01 λάθος, σφάλμα
誤作動 ごさどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δυσλειτουργία, βλάβη
誤字 ごじ
ουσιαστικό
- 01 τυπογραφικό λάθος, ορθογραφικό λάθος, τυπογραφικό σφάλμα
誤謬 ごびゅう
ουσιαστικό
- 01 λάθος, σφάλμα
- 02 πλάνη
誤射 ごしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυχαίος πυροβολισμός, κατά λάθος πυροβολισμός
誤報 ごほう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη αναφορά, λανθασμένη είδηση, παραπληροφόρηση, ψευδής συναγερμός
誤爆 ごばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βομβαρδισμός λάθος στόχου, θάνατος από φίλια πυρά
誤用 ごよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη χρήση, λανθασμένη χρήση, κατάχρηση, κακόηχη χρήση (malapropism)
誤認逮捕 ごにんたいほ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσφαλμένη σύλληψη, σύλληψη βάσει λανθασμένης ταυτοποίησης
誤診 ごしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λανθασμένη διάγνωση, εσφαλμένη διάγνωση
誤植 ごしょく
ουσιαστικό
- 01 τυπογραφικό λάθος, τυπογραφικό σφάλμα
誤動作 ごどうさ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δυσλειτουργία, κακή λειτουργία