41 αποτελέσματα για «邪»
邪魔 じゃま N4
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 εμπόδιο, ενόχληση, αναστάτωση, διακοπή, παρέμβαση
- 02 επισκέπτομαι (το σπίτι κάποιου)
- 03 δαίμονας που εμποδίζει τη βουδιστική εκπαίδευση, δαίμονας που εμποδίζει τα όντα να διατηρήσουν την ηθική συμπεριφορά
邪悪 じゃあく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κακός, μοχθηρός
邪 よこしま
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 διεφθαρμένος, μοχθηρός, λανθασμένος, κακός
邪魔者 じゃまもの
ουσιαστικό
- 01 εμπόδιο, κώλυμα, παρακώλυση
- 02 όχληση, βάρος, φορτίο
邪神 じゃしん
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλη θεότητα
邪険 じゃけん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 σκληρός, απάνθρωπος, αυστηρός, άσπλαχνος
邪気 じゃき
ουσιαστικό
- 01 κακία, κακοβουλία
- 02 κακός αέρας, επιβλαβείς ατμοί, μίασμα
邪推 じゃすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καχυποψία, αβάσιμη υποψία
邪道 じゃどう
ουσιαστικό
- 01 εσφαλμένος τρόπος, λανθασμένη μέθοδος, ανορθόδοξη προσέγγιση
- 02 κακός δρόμος, αθέμιτη πορεία, αίρεση
邪念 じゃねん
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλη σκέψη, πονηρή σκέψη
邪教 じゃきょう
ουσιαστικό
- 01 αιρετική θρησκεία, επιζήμια θρησκεία, αίρεση
邪 じゃ
ουσιαστικό
- 01 κακία, κακό, κακόβουλο άτομο
邪魔立て じゃまだて
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκόπιμη παρεμπόδιση, παρακώλυση
邪眼 じゃがん
ουσιαστικό
- 01 κακό μάτι
邪心 じゃしん
ουσιαστικό
- 01 κακιά καρδιά, δόλια πρόθεση
邪法 じゃほう
ουσιαστικό
- 01 αίρεση, αιρετικές διδασκαλίες
- 02 μαγεία, μαύρη μαγεία
邪魔くさい じゃまくさい
άλλο, επίθετο
- 01 ενοχλητικός, μπελαλίδικος
邪視 じゃし
ουσιαστικό
- 01 κακό μάτι
邪鬼 じゃき
ουσιαστικό
- 01 δαίμονας, καλικάντζαρος, κακό πνεύμα
邪見 じゃけん
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλη θεώρηση