36 αποτελέσματα για «酔»
酔う よう N3
ρήμα
- 01 μεθάω, μεθώ
- 02 ζαλίζομαι (π.χ. σε όχημα), ναυτιάω, παθαίνω ναυτία
- 03 εκστασιάζομαι, μαγεύομαι, ενθουσιάζομαι
酔い よい
ουσιαστικό
- 01 μέθη, κατάσταση μέθης
- 02 ναυτία, ταξιδιωτική ναυτία
酔っ払う よっぱらう
ρήμα
- 01 μεθώ
酔っ払い よっぱらい N2
ουσιαστικό
- 01 μεθυσμένος, πότης
- 02 μέθη, μεθύσι
酔いしれる よいしれる
ρήμα
- 01 μεθώ (από το ποτό), είμαι ζαλισμένος
- 02 ξεμυαλίζομαι, γοητεύομαι, παρασύρομαι
酔狂 すいきょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ιδιοτροπία, καπρίτσιο, αυθαιρεσία, εκκεντρικότητα
酔いつぶれる よいつぶれる
ρήμα
- 01 μεθώ μέχρι λιποθυμίας, καταντώ αναίσθητος από το πολύ ποτό
酔いが回る よいがまわる
άλλο, ρήμα
- 01 μεθώ, ζαλίζομαι από το αλκοόλ
酔いどれ よいどれ
ουσιαστικό
- 01 μεθυσμένος, πότης
酔わす よわす
ρήμα
- 01 μεθάω (κάποιον), προκαλώ μέθη
- 02 γοητεύω, μαγεύω
酔客 すいきゃく
ουσιαστικό
- 01 μεθυσμένος
酔漢 すいかん
ουσιαστικό
- 01 μεθυσμένος, μεθύστακας
酔い止め よいどめ
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο για τη ναυτία ή τη ζάλη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
酔い覚まし よいざまし
ουσιαστικό
- 01 ξεμέθυσμα, μέθοδος για να ξεμεθύσει κανείς
酔いが覚める よいがさめる
άλλο, ρήμα
- 01 ξεμεθώ
酔眼 すいがん
ουσιαστικό
- 01 θαμπά μάτια, μεθυσμένο βλέμμα
酔拳 すいけん
ουσιαστικό
- 01 σουικέν, πολεμικές τέχνες κινεζικής προέλευσης που μιμούνται τις κινήσεις ενός μεθυσμένου
酔いを覚ます よいをさます
άλλο, ρήμα
- 01 ξεμεθώ
酔いつぶす よいつぶす
ρήμα
- 01 μεθώ κάποιον μέχρι λιποθυμίας, ποτίζω κάποιον μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του
酔い心地 よいごこち
ουσιαστικό
- 01 ευχάριστη μέθη