23 αποτελέσματα για «鋼»

はがね

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλι
  2. 02 ατσάλι σπαθιού, σπαθί
鋼鉄 こうてつ

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλι, χάλυβας
鋼鉄製 こうてつせい

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινος
鋼色 はがねいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ατσαλί μπλε
鋼材 こうざい

ουσιαστικό

  1. 01 χαλυβουργικό προϊόν
鋼線 こうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινο σύρμα
鋼板 こうはん

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινο έλασμα, χαλύβδινη πλάκα
鋼製 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευασμένος από ατσάλι
鋼の錬金術師 はがねのれんきんじゅつし

ουσιαστικό

  1. 01 Χαγκάνε νο Ρενκιντζούτσουσι (ιαπωνικό μάνγκα της Χιρόμου Αράκαουα, σειρά πολυμέσων)
鋼玉 こうぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 κορούνδιο
鋼管 こうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινος σωλήνας
鋼索 こうさく

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινο συρματόσχοινο, χαλύβδινο καλώδιο
鋼鉄板 こうてつばん

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινη πλάκα, ατσάλινο έλασμα
鋼球 こうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινη μπίλια, μπίλια ρουλεμάν
鋼青色 こうせいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ηλεκτρίκ μπλε, ατσαλί μπλε
鋼繊維 こうせんい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλική ίνα (ειδικότερα αυτή που χρησιμοποιείται στο οπλισμένο σκυρόδεμα), ατσάλινη ίνα
鋼索鉄道 こうさくてつどう

ουσιαστικό

  1. 01 τελεφερίκ, οδοντωτός σιδηρόδρομος
鋼枠 こうわく

ουσιαστικό

  1. 01 ατσάλινος ξυλότυπος, μεταλλικά υποστυλώματα
鋼索線 こうさくせん

ουσιαστικό

  1. 01 τελεφερίκ, σιδηρόδρομος με συρματόσχοινο, τελεφερίκ (funicular)
鋼片 こうへん

ουσιαστικό

  1. 01 μπιγιέτα, πλίνθος χάλυβα, χαλύβδινη πλάκα