27 αποτελέσματα για «鑑»
鑑定 かんてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρίση, αξιολόγηση, γνωμοδότηση, εκτίμηση, αποτίμηση
鑑賞 かんしょう N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτίμηση (τέχνης, μουσικής, ποίησης, κ.λπ.)
鑑みる かんがみる
ρήμα
- 01 λαμβάνω υπόψη, έχω κατά νου, εξετάζω, διδάσκομαι, παραδειγματίζομαι
鑑 かがみ
ουσιαστικό
- 01 μοντέλο, υπόδειγμα, πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση
鑑識 かんしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κρίση, διάκριση, οξυδέρκεια, ικανότητα εκτίμησης
- 02 εκτίμηση (π.χ. αρχαιοτήτων), αξιολόγηση
- 03 ιατροδικαστική, εγκληματολογική έρευνα, ταυτοποίηση
鑑定士 かんていし
ουσιαστικό
- 01 εκτιμητής
鑑定書 かんていしょ
ουσιαστικό
- 01 γραπτή γνωμοδότηση εμπειρογνώμονα, πιστοποιητικό γνησιότητας, έγγραφη εκτίμηση
鑑札 かんさつ
ουσιαστικό
- 01 άδεια, πιστοποιητικό, έγκριση
鑑別 かんべつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάκριση, κρίση, διαχωρισμός, ταξινόμηση
鑑定人 かんていにん
ουσιαστικό
- 01 δικαστής, εκτιμητής
鑑定家 かんていか
ουσιαστικό
- 01 κριτής, εκτιμητής
鑑別所 かんべつしょ
ουσιαστικό
- 01 κέντρο αναμόρφωσης ανηλίκων, σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων
鑑識眼 かんしきがん
ουσιαστικό
- 01 κριτική ικανότητα, διεισδυτική ματιά
鑑定料 かんていりょう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή πραγματογνώμονα
鑑賞眼 かんしょうがん
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα εκτίμησης της τέχνης (μουσικής, ποίησης κ.λπ.), κριτικό μάτι για την τέχνη
鑑定官 かんていかん
ουσιαστικό
- 01 εκτιμητής, αξιολογητής
鑑別診断 かんべつしんだん
ουσιαστικό
- 01 διαφορική διάγνωση
鑑識家 かんしきか
ουσιαστικό
- 01 ειδήμονας, κριτής
鑑定価格 かんていかかく
ουσιαστικό
- 01 εκτιμώμενη αξία, εκτίμηση, αποτίμηση
鑑評会 かんぴょうかい
ουσιαστικό
- 01 τελετή απονομής βραβείων για την αναγνώριση της αριστείας (π.χ. σε σάκε ή νάτο)