42 αποτελέσματα για «駅»

えき N5

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 σιδηροδρομικός σταθμός, σταθμός τρένων
  2. 02 ενδιάμεσος σταθμός σε αυτοκινητόδρομο (στην προ-νεωτερική Ιαπωνία)
  3. 03 μετρητική λέξη για σιδηροδρομικούς σταθμούς και σταθμούς λεωφορείων
駅前 えきまえ

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά σε σταθμό
駅員 えきいん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος σταθμού, προσωπικό σταθμού
駅舎 えきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο σιδηροδρομικού σταθμού
駅ビル えきビル

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο σταθμού
駅弁 えきべん

ουσιαστικό

  1. 01 πακέτο φαγητού που πωλείται σε σιδηροδρομικό σταθμό (συχνά τοπική σπεσιαλιτέ)
  2. 02 σεξουαλική στάση κατά την οποία το ένα άτομο στέκεται όρθιο υποστηρίζοντας το άλλο
駅構内 えきこうない

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός χώρος σιδηροδρομικού σταθμού
駅伝 えきでん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου σκυταλοδρομίας μεγάλων αποστάσεων
  2. 02 ταχυδρομική άμαξα, άλογο ταχυδρομείου
駅前広場 えきまえひろば

ουσιαστικό

  1. 01 πλατεία σταθμού, πλατεία μπροστά από τον σταθμό
駅名 えきめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα σταθμού
駅長 えきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμάρχης
駅前通り えきまえどおり

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος μπροστά από τον σταθμό
駅馬車 えきばしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική άμαξα
駅路 えきろ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομική οδός
駅近 えきちか

ουσιαστικό

  1. 01 κοντά σε σταθμό
駅逓 えきてい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοση δεμάτων, ταχυδρομική υπηρεσία
駅に止まる えきにとまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σταματώ σε σιδηροδρομικό σταθμό
駅長室 えきちょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο σταθμάρχη
駅頭 えきとう

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή σταθμού, μπροστά από σταθμό, στον σταθμό
駅夫 えきふ

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος σιδηροδρομικού σταθμού (αχθοφόρος)