377 αποτελέσματα για «通»

通俗文学 つうぞくぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή της δημοφιλούς λογοτεχνίας
通商協定 つうしょうきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική συμφωνία, εμπορικό σύμφωνο, συμφωνία για το εμπόριο
通し どおし

επίθημα

  1. 01 συνεχίζω (κάνοντας κάτι), καθ' όλη τη διάρκεια, όλη την ώρα, σε όλη τη διαδρομή, ασταμάτητα
通信方式 つうしんほうしき

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος μετάδοσης, σύστημα επικοινωνίας
通貨価値 つうかかち

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική αξία, η αξία ενός νομίσματος
通学生 つうがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσιος φοιτητής, μαθητής που πηγαινοέρχεται από το σπίτι του στο σχολείο
通知簿 つうちぼ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος προόδου (σχολικό δελτίο βαθμολογίας)
通称名 つうしょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδώνυμο, προσωνύμιο
通信料金 つうしんりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος επικοινωνίας, τέλη επικοινωνίας
通性 つうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή ιδιότητα, κοινό χαρακτηριστικό
  2. 02 κοινό γένος
通名 つうめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα που χρησιμοποιεί κάποιος, ευρέως γνωστό όνομα, κοινό όνομα, παρατσούκλι
通学帽 つうがくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 καπέλο που φορούν οι μαθητές νηπιαγωγείου ή δημοτικού όταν πηγαίνουν με τα πόδια στο σχολείο
通学定期 つうがくていき

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαίο εισιτήριο διαρκείας για τη μετακίνηση από και προς το σχολείο (τρένο και λεωφορείο)
通常選挙 つうじょうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική εκλογή (τριετής εκλογή του ημίσεος των μελών της Βουλής των Συμβούλων)
通夜振る舞い つやぶるまい

ουσιαστικό

  1. 01 το γεύμα και τα ποτά που προσφέρονται μετά την αγρύπνια (τσούγια-μπουρούμαϊ)
通婚 つうこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γάμος
  2. 02 επιγαμία
通信の秘密 つうしんのひみつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απόρρητο των επικοινωνιών
通勤列車 つうきんれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προαστιακό τρένο
通信ソフト つうしんソフト

ουσιαστικό

  1. 01 λογισμικό επικοινωνίας
通貫 つうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπερνώ, διατρυπώ
  2. 02 εμμένω, επιμένω (π.χ. σε πεποιθήσεις)