218 αποτελέσματα για «関»

関係式 かんけいしき

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση
関雎 かんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αρμονία και ευγένεια στον γάμο
関節鏡 かんせつきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρθροσκόπιο
関節液 かんせつえき

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρικό υγρό, υγρό των αρθρώσεων
関係先 かんけいさき

ουσιαστικό

  1. 01 συνδεδεμένη εταιρεία, συγγενές πρόσωπο
関心を寄せる かんしんをよせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενδιαφέρομαι για κάτι, αποκτώ ενδιαφέρον για κάτι
関節拘縮 かんせつこうしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρική σύγκαμψη
関節包 かんせつほう

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρικός θύλακας
関節唇 かんせつしん

ουσιαστικό

  1. 01 αρθρικός χόνδρος, χείλος άρθρωσης
関銭 せきせん

ουσιαστικό

  1. 01 διόδια, τέλος διέλευσης
関係車両 かんけいしゃりょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσιοδοτημένο όχημα
関節穿刺 かんせつせんし

ουσιαστικό

  1. 01 αρθροπαρακέντηση, αναρρόφηση άρθρωσης, παρακέντηση άρθρωσης
関東ローム層 かんとうロームそう

ουσιαστικό

  1. 01 σχηματισμός αργίλου του Καντό
関西医科大学 かんさいいかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Κανσάι Ιατρικό Πανεπιστήμιο
関西医大 かんさいいだい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο Κανσάι (συντομογραφία)
関西外国語大学 かんさいがいこくごだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ξένων Γλωσσών Κανσάι
関西棋院 かんさいきいん

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Γκο Κανσάι
関西汽船 かんさいきせん

ουσιαστικό

  1. 01 Κανσάι Κισέν
関西教育行政学会 かんさいきょういくぎょうせいがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Κανσάι Εταιρεία Εκπαιδευτικής Διοίκησης, KSEA
関西空港線 かんさいくうこうせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή αεροδρομίου Κανσάι