594 αποτελέσματα για «天»

天河 てんが

ουσιαστικό

  1. 01 γαλαξίας
天象儀 てんしょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πλανητάριο
天津神 あまつかみ

ουσιαστικό

  1. 01 ουράνιες θεότητες (αματσουκάμι)
天則 てんそく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικός νόμος, θεϊκή επιταγή
天孫 てんそん

ουσιαστικό

  1. 01 απόγονος θεού, ουράνιος εγγονός
天下る あまくだる

ρήμα

  1. 01 κατεβαίνω από τον ουρανό
天叢雲剣 あまのむらくものつるぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αμάνο μουρακούμο νο τσουρούγκι (σπαθί, ένα από τα τρία αυτοκρατορικά εμβλήματα), αμένο μουρακούμο νο τσουρούγκι
天が下 あまがした

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η χώρα, το κοινό, ο κόσμος, η κυρίαρχη εξουσία, το να κάνει κανείς του κεφαλιού του
天文学的数字 てんもんがくてきすうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αστρονομικός αριθμός
天下晴れて てんかはれて

επίρρημα

  1. 01 δίκαιος και ορθός, νόμιμος
天津飯 てんしんはん

ουσιαστικό

  1. 01 ομελέτα με καβούρι πάνω σε ρύζι
天道様 てんとうさま

ουσιαστικό

  1. 01 ήλιος, θεία πρόνοια, θεός
天険 てんけん

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική οχύρωση, φυσική άμυνα, απόκρημνο μέρος
天柱 てんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κολώνες που στηρίζουν τον ουρανό
天柱 てんじ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδί κουρδίσματος (σε μπίβα ή σαμισέν)
天徳 てんとく

ουσιαστικό

  1. 01 Τεντόκου εποχή (27 Οκτωβρίου 957-16 Φεβρουαρίου 961)
天つゆ てんつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 αραιή σάλτσα για βούτηγμα για τεμπούρα
天狗道 てんぐどう

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος των τένγκου, κόλαση των δαιμόνων με μακριά μύτη
天軍 てんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ουράνιες στρατιές
天命を知る てんめいをしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι πενήντα ετών, φτάνω στην ηλικία των πενήντα ετών